Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Ένας ουρανός γεμάτος αστέρια.


Δεν με χωράει ο τόπος. Νόμιζα πως πεινούσα. Πως διψούσα. Πως νύσταζα. Νόμιζα. Παίρνω τηλέφωνο για να ακούσω μια φιλική φωνή. Δεν μου φτάνει.

Βγαίνω στο μπαλκόνι και με φυσάει αέρας παράλογα δροσερός για την εποχή. Θέλω να φωνάξω μα δεν έχω τι να πω.
Κοιτάζω τα σπίτια γύρω μου, τα περισσότερα σκοτεινά. Εύχομαι να μην πεινάει κανείς μέσα από αυτά τα παράθυρα. Εύχομαι να μην πεινάει κανείς γενικώς. Εύχομαι να ξαπλώνουν όλοι ευτυχισμένοι με ένα χέρι να τους αγγίζει τρυφερά. Εγώ το είχα και το έχασα. Ξέρω πόσο πολύτιμο είναι. Μπορώ να φανταστώ ζευγάρια, πίσω από αυτούς τους τοίχους να συνωμοτούν με τα μάτια μπροστά στο βλαστάρι τους, για να μην καταλάβει την αλήθεια, τον αγώνα τους. Μπορώ να φανταστώ γονείς να στερούνται για να δώσουν το περιττό στο παιδί τους. Τα παιδιά πρέπει να τα κρατήσουμε αθώα. Να μη στερηθούν τα παραμύθια. Εκεί είναι η ελπίδα μας. Εκεί και τα κίνητρα μας.

Κάτι τέτοιες στιγμές θα ήθελα να είχα άλλη μια κρεβατοκάμαρα. Παιδική.
Να έφευγα τώρα από το μπαλκόνι για να δω αν είναι σκεπασμένο. Να έφευγα τώρα, να το έπαιρνα στα χέρια κοιμισμένο και να ξάπλωνα πλάι του. Τους πιο όμορφους ύπνους πλάι σε μωρά τους πήρα. Υπάρχει άδειο σπίτι, όταν υπάρχει παιδί?
Τι είναι όλα αυτά βραδιάτικα? Είναι το περίφημο βιολογικό ρολόι που σκίζομαι τόσο καιρό πως δεν έχω? Είναι η μοναξιά μου? Η μήπως είναι η ανάγκη μου να δημιουργήσω έναν κύκλο καινούριο, μόνο δικό μου? Και πατέρας? Που πας κοπελιά χωρίς πατέρα?

Δεν ξέρω. Αλήθεια. Δεν ξέρω αν γνώρισα ποτέ άντρα που να ήθελα πραγματικά να κάνω τα παιδιά του. Υπήρξαν φορές που αναρωτήθηκα αν κάποια χέρια θα ήταν το ίδιο τρυφερά με τα παιδιά τους. Υπήρξαν φορές που αναρωτήθηκα πόσο καλοί πατεράδες θα μπορούσαν να γίνουν κάποιοι.

Πάντως αν αληθεύει ότι μια γυναίκα υποσυνείδητα αναζητά στο σύντροφο της έναν υποψήφιο πατέρα για τα παιδιά της, εγώ είχα αλάνθαστο ένστικτο. Κάποιοι πρώην μου έχουν γίνει υπέροχοι γονείς. Και είναι ευτυχισμένοι, με ότι δυσκολίες και υποχωρήσεις εμπεριέχει όλο αυτό. Μερικές φορές τους σκέφτομαι και λίγο ζηλεύω. Όχι πως θα ήθελα να είμαι εγώ η μητέρα των παιδιών τους αλλά να, τους ξέρω τόσο καλά, που απλά ξέρω. Ότι το βρήκαν. Αυτό που ονειρευόμασταν μαζί κάτω από ξάστερους ουρανούς. Τι όμορφες εποχές!

Τώρα εκείνοι έχουν αλλάξει προτεραιότητες. Θέλουν ασφάλεια και σφραγισμένες πόρτες για να προστατεύσουν τα πολύτιμα τους. Και εγώ εδώ. Αναπολώ ακόμα, ξάστερους ουρανούς, ψίθυρους και γέλια.
Πως με ζάλιζε ο μαύρος ουρανός γεμάτος αστέρια. Πως με γέμιζε, όταν δίπλα μου είχα τον έρωτα μου. Ας γινότανε και πανηγύρι στα εκατό μέτρα. Τι με ένοιαζε εμένα? Ότι ήθελα το είχα εκεί. Πλάι μου. Πόσα καλοκαιρινά βράδια δεν το σκάγαμε για να αράξουμε σε μια παραλία, σε ένα βουνό για να πάρουμε εκείνο το κομμάτι ουρανό που μας αναλογούσε?

Και κατά ένα παράξενο τρόπο, όσο πιο παλιά πηγαίνω, τόσο πιο καθαροί ήταν οι ουρανοί μου. Χωρίς γιατί, χωρίς αλλά, χωρίς ερωτήσεις και κυρίως χωρίς δεύτερες σκέψεις. Πόσα χρόνια αναρωτιέμαι έχω να το κάνω αυτό. Να το νιώσω? Τρομάζω με το πόσα. Εύχομαι να τον ξαναβρώ. Τον ξάστερο ουρανό. Σύντομα. Το έχω ανάγκη.

Ότι και να συμβαίνει γύρω μας, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την φυσική ροή της ζωής προς την ομορφιά. Ο καθένας από εμάς καλείται μόνο να επιλέξει με ποια ομορφιά θέλει να ζήσει. Δεν πρέπει να χαρίσουμε το κομμάτι του ουρανού που μας αναλογεί. Και εγώ θα βρω το δικό μου. Και μετά είμαι σίγουρη, όλα τα υπόλοιπα θα έρθουν. Μόνα τους. Μαγικά. Όμορφα. Με πατέρα.

                                                                      (Σε κάποιες φίλες μου, που μοιραζόμαστε τις ίδιες ανησυχίες.)


               
                

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

- Φοβάσαι? - Φοβάμαι.

Η φωνή σου μέσα στη νύχτα. Τρυφερή.
''Τελείωσε?'' με ρωτάς. Δεν το σήκωσα ποτέ. Δεν με ρώτησες ποτέ τίποτα. Δεν απάντησα ποτέ.

Μου τελειώνεις. Και εσύ και ο ύπνος. Σηκώνομαι για ένα τσιγάρο, τι νόημα έχει να παλεύω με σεντόνια. Άδεια.
Ανοίγω τα παντζούρια. Αεράκι. Ξυπόλυτη, περιφέρομαι σε ένα άδειο σπίτι, στις τρεις τα ξημερώματα. Βάζω μουσική. Αυτό δεν ήθελα πάντα? Ελευθερία? Είναι άραγε?
Ελευθερία είναι η μήπως μοναξιά?

Εγώ το επέλεξα. Δεν θα πω όχι. Μα δεν μου αφήσανε και πολλές επιλογές. Έφυγα νύχτες. Έφυγα πρωινά. Λυπημένη. Κουρασμένη.
Κουρασμένη. Προσπαθώντας. Να αλλάξω αυτούς που αγαπώ. Γιατί?

Οι άντρες που αγάπησα για μικρό η μεγάλο διάστημα, είναι ένας άντρας. Ο άντρας που αγαπώ εκ γενετής, πριν από την γέννα μου και ίσως και μετά τον θάνατο μου. Όσοι κάποτε αγάπησα, εκείνον μου θύμιζαν και γι' αυτό με τράβηξαν. Άλλοι λίγο, άλλοι πολύ του έμοιαζαν. Στο βαθμό που του έμοιαζαν τους αγάπησα.

Πονάει η αγάπη? Όχι χαζή. Δεν είναι η αγάπη που πονάει. Πονάνε οι λέξεις και τα καμώματα. Ο εγωισμός. Η αγάπη δεν πονάει. Πονάει το φευγιό της. Από μέσα σου.

-Φοβίζει η αγάπη?
-Ναι.
-Τι φοβάσαι?
-Τα πάντα.
-Πιο πολύ?
-Τα αγιάτρευτα.
-Την μοναξιά την φοβάσαι?
-Λίγο.
-Τι άλλο φοβάσαι?
-Ότι θα φύγω και δεν θα (με) έχουν νιώσει.
-Ότι έφυγες?
-Και αυτό.
-Και τι άλλο?
-Πόσο φοβόμουν.
                                                          (και στην Μυρτώ, που μοιράστηκα μαζί της τα πιο τρελά μου όνειρα)

 

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Οι στιγμές


Είναι εκείνες οι στιγμές. Που πριν και μετά από αυτές ήταν όλα διαφορετικά. Ξέρετε, εκείνες οι στιγμές γροθιά στο στομάχι. Σε διπλώνουν.

Δεν φοβήθηκα τίποτα περισσότερο από αυτές τις στιγμές. Το βάθος του χρόνου το διαχειρίζομαι. Το παλεύω με νύχια και δόντια. Μπορώ να πέσω στη μιζέρια του, να κυλιστώ στα σεντόνια μου, να ξύσω τις πληγές και μετά να τις επουλώσω. Μπορώ να μιλήσω γι' αυτό.
Αυτές τις στιγμές όμως τις άξαφνες. Που μπορούν να γκρεμίσουν το σύμπαν μου. Δεν τις αντέχω. Από μικρό παιδί κατάλαβα πως σε μία στιγμή μπορεί να αλλάξει όλη σου η ζωή. Και αυτή η στιγμή έχει μόνο ήχο.

Οι μεγαλύτεροι φόβοι μου σε μια μικρή στιγμούλα επιβεβαιώθηκαν. Οι μεγαλύτερες συμφορές μια στιγμή χρειάστηκαν. Και οι ''δικοί μου'' άνθρωποι σε κάτι τέτοιες στιγμές πήραν την θέση που τους άξιζε. Μέσα μου.

Τα βλέμματα δεν διασταυρώνονται πια. Τα κεφάλια σκύβουν. Τα χέρια δεν βρίσκουν χέρια να αγγίξουν. Οι αγκαλιές μένουν άδειες. Ο καθένας εγκλωβίζεται στη στιγμή του. Μόνος. Ανήμπορος να διαχειριστεί το σαρωτικό του πράγματος. Σε μερικές τέτοιες στιγμές, πήρα τις πιο μεγάλες και γρήγορες αποφάσεις. Αν υπήρχε η δυνατότητα.

Αυτές τις στιγμές τις θυμάμαι μία προς μία. Θα σου μιλήσω για το πριν και το μετά από αυτές. Αυτές μπορεί να στις αναφέρω αδιάφορα. Ποτέ δεν θα σου πω όμως τι σήμαιναν για μένα.
Τις αναγνωρίζω γιατί δεν υπάρχουν λόγια να τις περιγράψω. Τις αναγνωρίζω γιατί όταν τις ζω δεν έχω λόγια να ξεστομίσω. Είτε γιατί δεν έχει νόημα πια, είτε γιατί δεν υπάρχει κάτι να πω. Το νιώθεις πως μετά από αυτό εδώ, όλα θα είναι αλλιώς. Δεν μιλάω. Το μόνο που ακούω είναι τα συντρίμμια που πέφτουν. Ο στιγμιαίος ήχος από το γυαλί που ραγίζει είναι εκκωφαντικός.

Όλες μου αυτές τις στιγμές τις μισώ. Γίνονται οι μελλοντικοί εφιάλτες μου.
Και εγώ χθες το βράδυ πάλι δεν κοιμήθηκα. Πάλι είδα εφιάλτες.


                  

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Κε Καβάφη με προδώσατε.


Καλά είμαι κατά τα άλλα μα να, νιώθω προδομένη. Λυπημένη και μπερδεμένη. Δεν ξέρω πως να το διατυπώσω, μα κε Καβάφη με προδώσατε.

Πάνε είκοσι χρόνια που στις αϋπνίες μου, μικρό παιδί εξερευνούσα την βιβλιοθήκη του πατέρα μου και διάβαζα τα δερματόδετα βιβλία του. Τον Καζαντζάκη δεν τον τελείωνα ποτέ, τον βαριόμουνα. Τον Παπαδιαμάντη τον διάβαζα και του χρωστάω πως κατάλαβα ότι είχα το μητρικό ένστικτο εκ γενετής. Εβδομάδες διάβαζα την Φόνισσα και δεν με χώραγε αυτό που ζούσα μαζί της. Με το Ρίτσο και τον Λειβαδίτη ερωτεύτηκα. Με τον Ελύτη ονειρεύτηκα, με τον Καββαδία ταξίδεψα και με τον Καρυωτάκη έκανα την επανάσταση μου. Ο τελευταίος με πρόδωσε πριν καν τον διαβάσω, μου έδειξε δρόμους που ο ίδιος αρνιότανε να περπατήσει. Μετά τον πρόδωσα και εγώ και ταυτίστηκα με την Πολυδούρη.
Με μας τους δύο όμως κε Καβάφη τι έγινε?

Στο Λύκειο θυμάμαι παράταγα τους έρωτες και τις φίλες μου στο προαύλιο και διάβαζα το ''Μοναχικό κορίτσι''. Πειράγματα, καζούρες. Δεν με πείραζε όμως, το μόνο που με πειράζει τώρα, είναι πως δεν θυμάμαι ποιος το είχε γράψει. Κρίμα που δεν έγραψα ποτέ κάπου ποια βιβλία έχω διαβάσει. Με ποια έβγαλα φτερά και ποια με σημάδεψαν. Μα τους ποιητές τους θυμάμαι σαν φιλαράκια χρόνων κε Καβάφη, τα ποιήματα τα διάβαζα ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια μου, για να ανακαλύπτω κάθε φορά μια καινούρια σκέψη που μου γεννούσαν.

Τι συνέβη με όλα αυτά που μου διδάξατε κε Καβάφη, ήταν ψέμματα με ποιητική αδεία? Γιατί μου μιλήσατε για την Ιθάκη μου κε Καβάφη? Τριαντατρία χρόνια και κάτι, την ψάχνω. Όχι για να πατήσω το χώμα της, μα για να την κάνω σκοπό μου. Υπομονή να ψάχνω έχω, μα θέλω να ξέρω προς τα που να προσανατολιστώ. Και όχι, δεν θέλω να καταλάβω στη στερνή μου ανάσα ποια ήταν η δική μου Ιθάκη, γιατί αν δεν την έχω βρει θα είμαι το πιο δυστυχισμένο πλάσμα του κόσμου που θα αφήνω.

Γιατί δεν με αφήσατε να ζήσω ανέμελα και μου είπατε ότι υπάρχει Ιθάκη κάπου μέσα μου και πως κάποια μέρα θα την βρω? Και αντί να ζω το ταξίδι μου, συνέχεια να αναρωτιέμαι μήπως το ρεύμα με πάει στην Ιθάκη κάποιου άλλου? Και αφού μου είπατε ότι η Ιθάκη μου θα με ολοκληρώσει γιατί όταν την σκέφτομαι δεν γαληνεύω? Για άλλη Ιθάκη ξεκίνησα και σε άλλη θα καταλήξω? Πόσες Ιθάκες μπορεί και να μου αναλογούν τελικά? Αυτά κε Καβάφη, δεν θα με βασανίζανε, αν δεν γνώριζα καν την ύπαρξη της.

Τώρα που σας κατηγορώ βέβαια μπορεί και να αναρωτιέστε τι έκανα εγώ για όλα αυτά. Ότι με συμβουλεύσατε έκανα. Δεν έκλεψα ποτέ, δεν χαρίστηκα και δεν υπάρχει άνθρωπος που πέρασε από αυτό τον πλανήτη να πει ότι του χρωστάω συναισθήματα η υλικά αγαθά. Δεν εξευτέλισα ποτέ ούτε το σώμα μου, ούτε τα συναισθήματα μου και το κυριότερο δεν πρόδωσα ποτέ. Ούτε εμένα, ούτε και κανέναν άλλον. Ίσως μερικά όνειρα μου να θυσίασα σε κάποιους βωμούς, που όμως στις εκάστοτε περιστάσεις για μένα ήταν ιεροί.

Δεν ξέρω όμως, αν συνάδει το γεγονός ότι όταν με πρωτοσυμβουλεύατε, εγώ έκλεινα τα βιβλία και συνέχιζα να ταξιδεύω παραδείγματος χάριν με Σιδηρόπουλο. Και όχι πως θέλω να τον μειώσω σαν μουσικό, ίσα ίσα. Μα πιστεύω πλέον, πως δεν ήταν παρά ένα καλομαθημένο κωλόπαιδο που εξευτέλισε στα πολύ ''γήινα'' τον λόγο της ύπαρξης του και αυτό κάθε άλλο βασιλικό δεν μου μοιάζει πια. Κι ας συνεχίζουν κάποιοι να τον αποκαλούν πρίγκηπα. Θλιβερό από όποια πλευρά και να δεις ιστορίες ζωής σαν αυτήν. Δειλία βλέπεις. Τίποτα άλλο.

Δυστυχώς κε Καβάφη, δεν περιμένω να μου απαντήσετε σε αυτό τον φανταστικό διάλογο μας και εγώ θα συνεχίσω να ψάχνω μπερδεμένη σε κουβάρια. Αλλά και αν μου δινότανε μια ευκαιρία να μιλήσω με κάποιον που έχει φύγει, να ξέρετε πως αυτός δεν θα ήσασταν εσείς.

Θα επέλεγα τον άντρα που με ανάθρεψε. Το βουνό που είχα πάντα πίσω μου. Που τώρα δεν ξέρω αν το ξέρει εκεί που είναι, μα τον έχω πιο ανάγκη από ποτέ.

Θα μας έφτιαχνα έναν ελληνικό καφέ. Θα του έπιανα τα χέρια. Θα κοίταζα μέσα στα πράσινα, γαλήνια μα πάντα χαμογελαστά μάτια του και θα τον ρώταγα ''Πες μου παππού εσύ βρήκες την Ιθάκη σου? Ήτανε μέρος ή ήταν άνθρωποι που επέλεξες να ζήσεις μαζί τους? Μήπως η Ιθάκη σου ήμασταν όλοι εμείς, τα παιδιά σου? Τα δημιουργήματα σου? Η μήπως η Ιθάκη σου ήταν η αξιοπρέπεια που σε χαρακτήριζε πάντα και σου χάριζε ύπνο ελαφρύ χωρίς τύψεις και σε έκανε στα μάτια μου να μοιάζεις με βουνό? Ένα ψηλό, αγέρωχο, γαλήνιο βουνό που στις πλάτες σου κουβαλούσες τις αμαρτίες και τους πόνους όλων μας?''

Ότι και να μου έλεγε, θα τον πίστευα. Ποτέ δεν χωρέσανε ψέματα ανάμεσα μας. Και ίσως είναι ο μοναδικός που είχε τον τρόπο να γαληνεύει την ατίθαση ψυχή μου. Μα δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω. Ποτέ δεν θα μάθω αν την είχε βρει. Και θα μου λείπει πάντα αυτό το κομμάτι από την ιστορία της ζωής μου. Και θα μου λείπει πάντα εκείνος.
Λίγο χρόνο μαζί του θα ήθελα ξανά. Έστω μια ποταπή στιγμή.
Και ας μη μου απαντούσε. Να κοιτάξω μόνο τα μάτια του, να θυμηθώ πόσο ευτυχισμένος ήταν. Θα καταλάβαινα.

Αν κάποιοι από εσάς έχετε ένα τέτοιο βουνό, τρέξτε να το ρωτήσετε. Μη το αφήσετε για αργότερα. Μπορεί να μην υπάρχει αργότερα.
Ο Καβάφης μας έβαλε μόνο τον προβληματισμό, αλλού ήταν η σοφία.


                

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Εκπορνεύομαι

Αυτες οι γυναικες που δεν πληρωσα μου στοιχισαν πιο ακριβα. 
Νικος Καββαδιας.



Εκπορνεύομαι. Με πουλάω καθημερινά και κατ'εξακολούθηση. Με πουλάω φτηνά.
Τελευταία σιχάθηκα και εμένα και αυτούς που με αγοράζουν. Το αντίτιμο μου είναι ψίχουλα. Περάστε κόσμε. Σε όλους περισσεύουν λίγα ψίχουλα, ελάτε να πάρετε.

Τελευταία αισθάνομαι σαν να ζω μια κατάσταση ανταλλαγής. Μπορώ να σου χαμογελάσω αν με κοιτάξεις με το βλέμμα που μου αρέσει. Μπορώ να σε συγχωρέσω αν λυγίσεις για λίγο, τάχα μου πως μετάνιωσες. Μπορώ να γλείψω τις γρατσουνιές που μου έκανες και ύστερα να γλείψω και εσένα. Και όλα αυτά ξανά και ξανά. Ακούραστα.

Εκπορνεύομαι στη δουλειά μου για να μη την χάσω. Εκπορνεύομαι στον εραστή τον ανάξιο για να μπορώ να τον έχω ακόμα. Εκπορνεύομαι στους φίλους μου γιατί δεν μπορώ να χαλάσω τις καρδιές μας. Εκπορνεύομαι.

Μπορώ να φιλήσω χείλη, που όταν μιλάνε αηδιάζω. Να αφήσω να με αγγίξουν χέρια που θέλω να κόψω. Σύριζα. Μπορώ να σε χαστουκίσω με όλη την δύναμη της ψυχής μου και μετά να σε κοιτάξω με λαγνεία και να ξαπλώσω πλάι σου. Να σε ταπεινώσω και να ταπεινωθώ.

Είμαι μία πόρνη της ζωής. Πόρνη. Ξεκάθαρα.
Και επειδή σε αφήνω να με αγοράζεις με ψίχουλα, σε μπερδεύω. Μη γελιέσαι. Είμαι ύπουλη. Ποτέ δεν θα σε ρωτήσω πόσα δίνεις, ποτέ δεν θα σου πω πόσα θέλω. Θα σε καταστρέψω φεύγοντας, για τα ψίχουλα που νόμιζες πως μου έφταναν. Αφήνω εσένα να καθορίσεις την τιμή μου, ώστε να μπορώ να σε διαλύσω μετά για τους λάθος υπολογισμούς σου.

Νομίζεις πως δεν θα σου στοιχίσω? Το Ταζ Μαχάλ πιο φτηνά θα σου κόστιζε. Όχι στην τσέπη, στην ψυχή. Φεύγοντας.
Λίγο πριν φύγω όμως θα ξαπλώσω για μια ακόμα φορά, εκεί κάτω, στο χαλάκι σου. Θα γουργουρίσω σαν ευχαριστημένη γατούλα και μόλις σε δω ευχαριστημένο, θα μπήξω τα νύχια μου τόσο βαθιά μέσα σου, που θα μείνουν εκεί για πάντα. Να τα έχεις να με θυμάσαι και να πορεύεσαι. Έτσι και αλλιώς θα βγάλω άλλα.

               
                  

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Γιαλαντζί ντολμάς


Τέσσερις ώρες. Ολόκληρες. Τόσες μου πήρε για να ετοιμαστώ.
Άδειασα όλη μου την ντουλάπα. Τα φόρεσα όλα, με διάφορους συνδυασμούς για να καταλήξω σε αυτά που σκεφτόμουν μέρες τώρα για πιο κατάλληλα.
Χτένισα τα μαλλιά μου και μετά ξαναλούστηκα. Ορκίζομαι σε ότι έχω ιερό μπορώ με αυτά τα δάχτυλα να ζωγραφίσω έναν τοίχο με ραπιδογράφο αλλά είναι εντελώς άχρηστα όταν πάνε να ασχοληθούν με τρίχες. Τρία τέταρτα έκανα να βαφτώ και τελικά τα μάτια μου έμοιαζαν με μάτια κατεψυγμένου μπαρμπουνιού. Ξέρετε, εκείνο το βλέμμα το εξόφθαλμο. Το κραγιόν πολύ κόκκινο. Ξέφυγε και λίγο. Άντε, πάλι απ' την αρχή. Τρέχω πάνω κάτω στο σπίτι και ψάχνω εκείνα τα υπέροχα σκουλαρίκια, δεν θα τα βρω. Το σπίτι μοιάζει με την Γκουέρνικα. Βομβαρδισμένη, όχι πριν. Θα γκρινιάξει πάλι όταν γυρίσουμε.
Λοιπόν, με τσεκάρω την ώρα που φοράω τις γόβες μου, εκείνες που στο μισάωρο μου κόβουν τα πόδια. Αποτρίχωση, μανικιούρ, πεντικιούρ, μαλλιά, μακιγιάζ, ντύσιμο όλα οκ. Προσπαθώ να χωρέσω στο μικροσκοπικό τσαντάκι όλα μου τα υπάρχοντα, γαμώτο τα θέλω όλα και ας μην έχω πάει ποτέ στη ζωή μου να φρεσκαριστώ.

Το ταξί αργεί, η εκδήλωση έχει πόρτα. Αγχώνομαι. Όχι αρκετά όμως για να μην ξανά ανέβω στο σπίτι, που πας κοπελιά χωρίς άρωμα? Ο δρόμος έχει πολύ κίνηση, το κινητό χτυπάει και ο καλός μου αγχώνεται αν θα προλάβω. Κατεβαίνω στην αμερικάνικη πρεσβεία και το κόβω με τα πόδια.

Με την μαύρη μου τουαλέτα, σαν από άλλο πλανήτη, περπατάω γρήγορα δίπλα στην κίνηση. Πειράγματα, κορναρίσματα, σκουντουφλώ. Τελευταία στιγμή το έσωσα. Με φαντάζομαι να πέφτω και να σαβουριάζομαι και κρυφογελώ. Να φεύγουνε τσαντάκια στον αέρα, τι γελοίο που θα ήταν με όλη αυτήν την παρέλαση από αυτοκίνητα σταματημένα δίπλα μου.

Επιτέλους φτάνω. Που είναι η πόρτα τώρα, σύνελθε μπροστά σου είναι, σκέφτομαι. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Θέλω να δω την αντίδραση του όταν με δει. Δεν με έχει ξαναδεί τόσο περιποιημένη. Όχι ο καλός μου, ο άλλος. Με κοιτάζει καθώς ανεβαίνω τις σκάλες. Πατάω λίγο φόρεμα. Υποδέχεται τον κόσμο. Πλησιάζω από το πλάι και πριν του σκάσω το φιλί στο μάγουλο του λέω ''Σου πάει το ροζ'' και εξαφανίζομαι.
Τελειώνει η εκδήλωση και δεν ξέρω που είναι. Θα τον δω στη δεξίωση.

Σκανάρω τον χώρο, τα βλέμματα μας διασταυρώνονται συνέχεια. Μετά από μία περιπλάνηση στην αίθουσα που την λες και χορευτική πιρουέτα, έρχεται κοντά μου. '' Τι κάνεις, πετάς μια κουβέντα και εξαφανίζεσαι έτσι''. Ίσα που προλάβαμε να πούμε δυο κουβέντες και χαμογελώντας με ένα αστείο του, το βλέμμα μου πέφτει πάνω στον καλό μου που πλησιάζει. Πως το κατάφερνε αυτό, ποτέ δεν κατάλαβα. Να με αφήνει να διασκεδάζω ένα ολόκληρο βράδυ μόνη μου και μόλις με πλησιάσει ο άλλος, να βρίσκεται δίπλα μου σαν τον αστυνόμο Σαΐνι.

Απορρίπτει, διακριτικά πάντα, την πρόταση του άλλου για την συνέχεια της βραδιάς λέγοντας ότι έχει κλείσει τραπέζι σε ένα πανάκριβο αγαπημένο μου εστιατόριο. Εγώ γιατί το μαθαίνω τώρα, αναρωτιέμαι και πάω να σκάσω από το κακό μου. ''Μήπως μωρό μου να ακολουθήσουμε την παρέα?'' τον ρωτάω επιστρατεύοντας όλη την γλύκα μου. Μέσα σε πέντε λεπτά έχει δημιουργήσει μία δεύτερη παρέα να μας ακολουθήσει.

Οδηγεί με κατεύθυνση το μαγαζί. Ψάχνει το χέρι μου με το δικό του. Εγώ είμαι κρυφά θυμωμένη μαζί του. Τι τύψεις που έχω. Γυρνάω, του χαμογελάω και του χαϊδεύω τον σβέρκο, ξέρω πόσο του αρέσει. Ξέρω επίσης πως δεν είναι χαζός. ''Είσαι τόσο όμορφα ντυμένη σήμερα που ήθελα να πάμε κάπου πιο καλά'' μου λέει. Τι είπα, χαζός? Κάθε άλλο.
Κοιτάζω έξω τα φώτα της πόλης και αναρωτιέμαι γιατί έκανα τόσο κόπο για να αρέσω τόσο πολύ σε έναν άλλον άντρα. Λες και την επόμενη φορά που θα με δει, δεν θα φοράω τζιν και φλατ μπότες με τα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά  και χωρίς ίχνος μακιγιάζ. Τελικά ποιον κοροϊδεύω, εμένα, τον άνθρωπό μου η τον άλλον? Τόσος κόπος για να σαγηνεύσω έναν άντρα που θέλει από εμένα την επιβεβαίωση ότι απλά μπορεί. Πόσο αστεία είμαι. Με αναστατώνει.

Προσπαθώντας να βγάλω το μακιγιάζ μου και φορώντας ένα τεράστιο μακό μπλουζάκι, κοιτάζω στον καθρέφτη τα απομεινάρια της μπογιάς. Εκείνη την στιγμή, στριφογυρίζουν όλα στο μυαλό μου. Σήμερα ήμουν ένας γιαλαντζί ντολμάς. Ένας ωραιότατος περιποιημένος ντολμάς. Έχει και αυτός την νοστιμιά του δεν λέω, αλλά δεν παύει να είναι γιαλαντζί. Σκέφτηκα καθώς κατευθύνομαι στο κρεββάτι μας και παίρνω μια μεγάλη αγκαλιά τον έρωτα. Τον υπαρκτό. Όχι τον γιαλαντζί.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ, στο καρναβάλι ετούτο



Μάλωσε με μάνα. Μάλωσε με, μα όχι μη μου κακιώνεις. Μη μου κακιώνεις για όσα κατάφερα και όσα δεν μπόρεσα.
Για όλα αυτά, που όταν με κράταγες δικό σου σπόρο στην αγκαλιά, ονειρεύτηκες για μένα.
Προσπάθησα ξέρεις, να γίνω αντάξια των προσδοκιών σου, μα πιο πολύ των δικών μου.
Τα ταξίδια δεν είναι μοναχικά και εγώ δεν βρήκα αντάξιους συνοδοιπόρους. Γνώρισα πολλών ειδών συνταξιδιώτες. Κάποιοι ήταν δειλοί και δεν πέταξαν ποτέ μαζί μου. Άλλοι γεμάτοι μίσος απέναντι στο θαύμα που λέγεται ζωή.

Προσπάθησαν να με αλλάξουν μαμά.

Φίλοι με πρόδωσαν, άντρες με απαρνήθηκαν, συγγενείς δεν με επέλεξαν. Είδα πολλά μάτια. Μάτια με μίσος, μάτια αγαπημένα, μάτια αδιάφορα, μάτια ερωτευμένα και μάτια που έλεγαν ψέματα.
Αυτός ο κόσμος είναι άδικος, σε προσπερνάει, απλά. Προσπαθείς να δείξεις την αξία σου μέχρι να καταλάβεις ότι δεν άξιζε καν η προσπάθεια. Οι άνθρωποι είναι γεμάτοι πάθη, αρρωστημένα πάθη.
Μερικοί είναι ανυπόφορα μικρούλιδες.

Με λάθος αξίες γεννήθηκα. Δεν έχει θέση ανάμεσα τους η αξιοπρέπεια. Δεν έχει θέση ανάμεσα τους η εκτίμηση. Θεριά διψασμένα για πόνο κατάντησαν οι άνθρωποι.
Ανθρωποειδή με συναισθηματική αναπηρία. Το ξέρουν? Δεν τους νοιάζει. Όσο ο μικρόκοσμος τους κινείται γύρω τους αισθάνονται σπουδαίοι. Ένα κλουβί ο κόσμος τους και εγώ ενοχλητικό έντομο σπάω τα φτερά μου στα κάγκελα τους. Μια αγκαλιά ονειρεύτηκα για κόσμο εγώ.

Με αποκαλούν γραφική, συναισθηματική, ονειροπόλα.
Ναι, είμαι όλα αυτά και βούτηξα με πάθος στα πιο σκοτεινά νερά της ψυχής μου για να τα κερδίσω. Και μάντεψε μαμά, βγήκα καθαρή από τα πιο σκοτεινά σκοτάδια.

Πονάει η διαδρομή προς τον πάτο, μα αυτό που αξίζει τελικά να θυμάμαι είναι ότι πάντα υπάρχει πάτος. Και όταν φτάσεις εκεί εξαντλημένος, μια σοφία σαν από άλλο κόσμο πλαισιώνει την ματιά σου. Από τότε και για πάντα. Πως να διακρίνουν οι άνθρωποι αυτή τη διαφορά σε ένα βλέμμα?
Πρώτα πρέπει να αδειάσεις τελείως απ' ότι καλό έχεις μέσα σου. Αυτό σημαίνει ότι το δίνεις όλο. Ποιος αντέχει? Το κενό που μένει, έχει βάρος ασήκωτο. Σε τραβάει κάτω. Έπιασα πάτο μαμά. Αλλά από εκεί, έχει μόνο πάνω. Και τώρα που το ξέρω, νιώθω ευλογημένη που αξιώθηκα να μάθω ότι το καλό μου δεν τελειώνει. Ποτέ.

Ονειρεύομαι και ξεχνιέμαι. Αυτή είμαι εγώ.
Πικραίνεσαι πολλές φορές για μένα. Το ξέρω. Μα κάθε χαραυγή ξαναγεννιέμαι. Μη μου μετράς τις χαραυγές μου, μόνο δώσε μου την ευχή σου να ξεχνιέμαι στις περισσότερες από αυτές. Και συγχώρα με.
Συγχώρα με που δεν αντέχω τα μικρά. Συγχώρα με, που πιστεύω ακόμα ότι δυο χέρια ενωμένα καθιστούν συμμορία, με μια δύναμη που δεν τελειώνει. Αυτό ψάχνω πάντα και δεν μπορώ να συμβιβαστώ. Συγχώρα με που τήρησα κατά γράμμα τις αξίες που διδάχτηκα. Συγχώρα με που έμεινα ακέραιη κι ας ξέρω πως αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος.


Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου


Μάσκα δεν έχω να γυρνώ στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ της θάλασσας την πονηριά και της σιωπής τον πλούτο.
Βάρα καλή, βάρα γερή μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία του χαρτοπόλεμου τη βία.
Σκουπίδι η σκέψη την πετώ τη λογική απαρνιέμαι,
μ' ένα σαράκι αρμένικο για δρόμους που δε θέλησα στις χαραυγές ξεχνιέμαι.
Βάστα το νου, βάστα το νου, να μην γκρινιάξει του καιρού
πού 'φτιαξε με τον πόνο κλίκα και τσιγκουνεύεται στη γλύκα


Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Προσοχή, κυκλοφορούν λύκοι ανάμεσα μας.


Προσοχή, κυκλοφορούν λύκοι ανάμεσα μας. Όχι πως θέλω να υποτιμήσω τα ζωντανά, τι μου φταίνε τα έρημα που η φύση τα αναγκάζει στην λεηλασία και στην αρπαγή για να επιβιώσουν.

Το καλό και το κακό το έχουμε όλοι μέσα μας. Ποιο υπερισχύει όμως στον καθένα από εμάς με φοβίζει. Σιχάθηκα.
Σιχάθηκα τους τοξικούς ανθρώπους. Σιχάθηκα τα καμώματα τους. Σιχάθηκα και εμένα που έδωσα αξία σε τέτοιες συμπεριφορές.
Συμπεριφορές ακατανόητες. Σε όλα τα μήκη, τα πλάτη και τα είδη των ανθρώπινων σχέσεων. Σε ανάγκες αχόρταγες, που θα σου πιουν και την τελευταία στάλα φιλότιμου που επιστράτευσες για να τις καταλάβεις.
Κυκλοφορούν άνθρωποι ανάμεσα μας που δεν ξέρουν ότι είναι κακοί. Αναρωτιέμαι ποιος ορίζει ότι κάποιος είναι κακός. Σαφέστατα ο ίδιος. Εκείνος είναι, που με την συμπεριφορά του σου ξυπνάει από ένστικτο τον φόβο και την απειλή. Τις πιο πολλές φορές σε φέρνει και σε αμυντική κατάσταση.

Μπορεί να αγαπηθούν αυτοί οι άνθρωποι? Εννοείται. Για άλλους, δικούς σου ακατανόητους λόγους που θα ανάγκαζαν τον Φρόυντ να πετάξει στην πυρά όλα τα βιβλία του.
Αγαπάνε αυτοί οι άνθρωποι? Δεν ξέρω. Ίσως τον εαυτό τους και μόνο. Τα μεγαλύτερα ''εγκλήματα'' τα δικαιολογούν με ένα τεράστιο ''Εγώ έχω (είχα) ανάγκη.....''. Η μεγαλύτερη μπούρδα που θα σου πει κάποιος για να δικαιολογήσει τα αίσχη του.

Υπάρχουν άγραφοι νόμοι ηθικής αν τους ξέρεις. Σε γαργαλάει η ικανοποίηση σου και μόνο έτσι? Αν την ανάγκη, να ικανοποιούν τα πάθη τους και μόνο, την είχαν και οι γονείς σου τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα υπήρχες? Και αν υπήρχες θα ήσουν έτσι?

Βλέπω κακομαθημένους γύρω μου. Με μία ορμή για εκμετάλλευση. Δεν φοβάμαι την ορμή τους, φοβάμαι ότι δεν έχουν όρια. Φοβάμαι ότι εξαντλούν την εξυπνάδα τους στο πως θα καταφέρουν κάτι. Όχι κάτι μεγάλο, ένα όνειρο ζωής. Κάτι μικρό, που θα τους ικανοποιήσει πρόσκαιρα αδιαφορώντας για τα συντρίμμια που αφήνουν στο διάβα τους.

Αυτούς φοβάμαι. Όχι τους ανάξιους. Αυτούς που δεν έχουν αξίες.

            
              


Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Η συμφορά



Άυτή η συμφορά δεν έχει αιτία, ούτε λόγο, μόνο ξυπνάει σαν αγρίμι από χειμερία νάρκη. Κι αν είναι ο χειμώνας που φεύγει και την ξυπνάει, τότε εσύ για ποια καλοκαίρια μου μιλάς?
Τα καλοκαίρια τα αλμυρά από τη θάλασσα η είναι τα δάκρυα που κυλούν και καταλήγουν αλμυρό φαρμάκι στα χείλη?

Η συμφορά αυτή δεν έχει λόγο, ούτε προειδοποιεί. Δεν αφήνει ίχνη για να ξέρεις από που ήρθε. Και γιατί ρε γαμώτο διαλέγει την δική σου ψυχή για να πνίξει με αγκάθια το θετικό, το απλό.
Έχεις νιώσει ποτέ το ίδιο σου το αίμα, ζεστό να αναβλύζει και να φτάνει σαν κομπος στον λαιμό? Να είναι άραγε αυτό η πίκρα στο στόμα?

Εντέλει να'ναι συμφορά η μπερδεμένα κουβάρια που πνίγουν το μυαλό σου και δυναστεύουν το σώμα που το φιλοξενεί.
Κι εσύ χαμογελάς ειρωνικά. Είναι η ειρωνία της άγνοιας η της βλακείας που μπορεί να κάνει κάποιον τόσο υπερόπτη?

Και ύστερα έρχονται οι μέρες εκείνες που αφήνουν την καταιγίδα πίσω. Μα μέσα στην ανεμελιά υπάρχει ένα ρολόι ανύπαρκτο, που μετράει τις μέρες ως την επόμενη. Γιατί αν ζήσεις μια φορά την καταιγίδα, ξέρεις. Ξέρεις και δεν μπορείς να χαμογελάς ειρωνικά. Ούτε από άγνοια, ούτε από βλακεία. Ανόητε.


                 

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Γυναίκες singles άνω των τριάντα


Σιγά μη ξυπνάω σαν διαφήμιση. Τα μάτια μου είναι μαύρα από το χθεσινοβραδινό smokey eyes. Το έχω προσέξει, το άλλο πρωί είναι πιο sexy. Πρώτα βάζω μουσική και μετά φτιάχνω καφέ. Η μουσική εδώ, παίζει όλη μέρα.
Έχετε δει ποτέ εργένισσα μόνη στο σπίτι της? Ούτε πρόκειται να δείτε. Είμαστε απόλαυση.

Χορεύω συνέχεια. Την ώρα που στρώνω τα καθαρά μου σεντόνια, η λίστα μου παίζει That's life με τον Sinatra και εγώ μόνο με το κιλοτάκι χορεύω σαν καμπαρετζού γύρω και πάνω στο κρεββάτι μου. Όχι δεν το έχεις δει ποτέ αυτό και ούτε πρόκειται. Ίσως αν είσαι ο απέναντι και οι κουρτίνες μου είναι ανοιχτές. Και ένα μυστικό, όταν θα παίξει το Let's never stop falling in love πάντα καταλήγω μπροστά στο καθρέφτη για να βεβαιωθώ αν τους κουνάω ακόμα καλά. Τους γοφούς ντε.

Καφρίλες στο δικό μου σπίτι γίνονται, μόνο οι δικές μου. Άγραφος νόμος για γυναίκες. Στον καναπέ μου, ναι σ' αυτόν που δεν σε αφήνω να κάτσεις ποτέ χωρίς ριχτάρι, εγώ ξαπλώνω γυμνή. Και μόνο εγώ.
Και όταν με βλέπεις εκθαμβωτική έξω, δεν σημαίνει ότι το σπίτι που άφησα πίσω είναι για φωτογράφιση. Δεκάρα δεν δίνω. Και όταν μου χτυπάς το κουδούνι, καθυστερώ να σου ανοίξω γιατί ψάχνω και μαζεύω βγαλμένα σουτιέν, πάνω από τραπεζάκια και ανάμεσα από τα μαξιλάρια του καναπέ.
Στο δικό μου σπίτι το τηλέφωνο μπορεί να χτυπήσει δύο τα ξημερώματα. Από λίγους καλούς φίλους και μόνο. Δεν υπάρχει ωράριο ύπνου, αν κοιμάμαι απλά δεν θα με βρει κανείς. Στα σεντόνια μου ξαπλώνουν οι εκλεκτοί. Και δόξα το θεό και κάποιοι δυο τρεις φίλοι που θα έρθουν στις τέσσερις το πρωί γιατί δεν είμαι καλά και θέλω μια ανάσα να ακούω, τίποτα άλλο. Πάντα να ξέρεις έχουμε τέτοιους φίλους. Ευτυχώς.

Φτιάχνω καφέ λοιπόν και παίρνω τηλέφωνο. Θα πω για το χθεσινό βράδυ και μην έχεις αυταπάτες, ποτέ οι γυναίκες δεν λέμε λεπτομέρειες, εκτός και αν είναι κάτι αστείο, καταλαβαινόμαστε αλλιώς. Ποτέ δεν ξέρουμε τι κάνει η φίλη μας στο κρεββάτι της, μα την έχουμε σε μεγάλη υπόληψη, γι' αυτό πρόσεξε τα λόγια σου.

Όταν με βλέπεις έξω με τη κοριτσοπαρέα μου, ξέχνα τα κλισέ ότι μιλάμε για νύχια. Είμαστε σκληρές η μία με την άλλη και δεν χαϊδεύουμε ποτέ τα αυτιά μας. Τις πιο σκληρές αλήθειες, μου τις έχουν πει οι φίλες μου. Με αγαπούν.
Και δεν τσακωνόμαστε. Ποτέ. Μαλλιοτραβήγματα υπάρχουν μόνο στις ταινίες.
Και μάθε μια αλήθεια, όταν βγαίνουμε μόνες, αν σε προσέξουμε θα είναι γιατί θα είσαι κάτι πολύ ιδιαίτερο. Η προσοχή που θα σου δώσουμε όμως θα είναι ένα βλέμμα με νόημα για να σε πάρουν γραμμή και οι υπόλοιπες. Μέχρι εκεί.

Και ποτέ δεν γινόμαστε αγέλη όπως οι άντρες. Οι άντρες μέσα σε μια παρέα έχουν ομοιομορφία και αν κάποιος αρχίζει να παρεκκλίνει, τον αποβάλλουν αυτόματα.
Εμείς ήμασταν όλες διαφορετικές από την αρχή. Το μόνο κοινό μας είναι η φωνή της ηθικής μας. Τίποτα άλλο. Αυτή η διαφορετικότητα, μας κάνει μια πολύχρωμη παρέα, μα συμπληρώνουμε τόσο καλά η μία την άλλη. Και ας τελειώσει πια η αηδία ότι δεν υπάρχει φιλία ανάμεσα στις γυναίκες. Ίσα ίσα, υπάρχει εκτίμηση, βαθιά κατανόηση και χαρά για τα κατορθώματα μας. Και αγαπιόμαστε. Ουσιαστικά. Στην πορεία της ζωής ίσως αναγκαζόμαστε να αλλάζουμε έργο, μα για τις φίλες μας πάντα θα υπάρχει ρόλος.

Τους φίλους άντρες δεν τους μοιραζόμαστε. Τους βλέπουμε μόνες. Η κάθε μία από εμάς έχει τους δικούς της. Εξίσου πολύτιμοι. Είναι η αντρική άποψη στην ζωή μας. Ποτέ δεν θα καταλάβεις τι μας δένει μαζί τους και το πιο πιθανό είναι να μη τους γνωρίσεις ποτέ.

Είναι όλα ρόδινα στη single ζωή μου? Όχι, μα έχω δει και το αλλιώς και προς το παρόν την απολαμβάνω όσο τίποτα. Θες να μου την αλλάξεις? Αν θέλω και εγώ, ίσως μπορέσεις. Μα πριν προσπαθήσεις να μου μάθεις πως θα πρέπει να καθαρίζω το πορτοκάλι μου, να ξέρεις ότι έχω καταλήξει στον τρόπο που μου αρέσει.

Φτιάχνω τελικά εκείνον τον καφέ. Τώρα παίζει το Black wonderful life. Θα πάρω το βιβλίο μου και θα ανάψω το πρώτο τσιγάρο, το καλύτερο. Το πλυντήριο πλένει ρούχα. Ο νεροχύτης θα καθαριστεί αργότερα. Η ματιά μου πέφτει στα κυπελάκια μπογιάς και τα πινέλα πάνω στο τζάκι. Πρέπει να τελειώσω την ζωγραφιά πριν στεγνώσουν οι μπογιές. Αυτό που νομίζετε πως μια εργένισσα κάνει τις δουλειές τις με τσεμπέρι στο κεφάλι και ασταμάτητα είναι πλάνη. Όχι, είμαστε τόσο νωχελικές που βγάζουμε κάτι αισθησιακό. Γιατί? Γιατί απλά μπορούμε.

Σε λίγο θα αρχίσω να πεινάω. Στο δικό μου σπίτι δεν μαγειρεύουμε προκαταβολικά. Εδώ μαγειρεύουμε όταν πεινάμε. Και τα ντουλάπια μου είναι γεμάτα από λιχουδιές περίεργες. Μπορεί να μην έχω ψωμί αλλά έχω γάλα καρύδας. Απολαμβάνουμε το φαγητό και το κρασί σαν ένα καλό sex. Υπάρχει τρόπος και σε αυτό.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Πρόταση για ρακιές και φαγητό. Έτσι και αλλιώς δεν έχω όρεξη να μαγειρέψω.
Εκείνο ο έρημος ο καφές θα μείνει μισός. Πάω να γίνω όμορφη. Σιγουρεύομαι ότι τα λίγο μουτζουρωμένα μάτια από χθες είναι πιο λάγνα έτσι και φεύγω.
Το πλυντήριο μπορεί να τελειώσει και μόνο του.


                


Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Η αγάπη συγχωρεί και εξημερώνει, μην την μπερδεύουμε με την αξιοπρέπεια.




Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων; Οι καλοί και οι κακοί; Αυτοί που αξίζουν και οι ανάξιοι; Τα θύματα και οι θύτες; Οι επιπόλαιοι και οι συνειδητοποιημένοι;
 Όλοι σχεδόν θυμόμαστε τους γονείς μας να μας διδάσκουν σαν παιδιά να είμαστε καλά και αντίστοιχα μεγαλώνοντας να μας προτρέπουν να γίνουμε σκληροί και ανταγωνιστικοί για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε.

Έχουμε έρθει κατά καιρούς όλοι μας σε επαφή με τοξικούς ανθρώπους. Αρπακτικά, που προκειμένου να επιβιώσει αλώβητο το εγωιστικό τέρας, που με επιμέλεια συγκατοικεί με τα εγκεφαλικά τους κύτταρα, είναι ικανοί να τσαλακώσουν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια και να περάσουν σαν οδοστρωτήρας από την ζωή σου. Σαν να μην έχεις καμία αξία.
Εκεί είναι και η κόκκινη γραμμή μας. Που συνειδητά η ασυνείδητα καλείται ο καθένας από εμάς να την προστατέψει. Άλλοι το καταφέρνουν και άλλοι όχι.

Πολλοί από αυτούς που δεν το κατάφεραν, επικαλέστηκαν την φιλία, τον έρωτα, την αγάπη!
Τι όμορφη λέξη....αγάπη.  Μη την επικαλούμαστε χωρίς λόγο και αιτία.
Αγαπώ σημαίνει μπήκα στον κόπο να σε γνωρίσω. Πολλές φορές με ξενύχτησε η σκέψη σου, μπήκα στη θέση σου, είδα τις πληγές σου (μερικές τις έχω και εγώ) και τις αγάπησα και αυτές.

Σε ανέλυσα και είδα φόβους που δεν παραδέχεσαι. Αγάπησα τις αδυναμίες σου γιατί και αυτές είναι η μοναδικότητα σου. Αγαπώ τον μοναδικό σου τρόπο, σε κοιτάζω στα μάτια και αγαπώ τις σωματικές αντιδράσεις σου.
Αγαπώ σημαίνει σε σέβομαι. Σε θαυμάζω, για τα μικρά η μεγάλα επιτεύγματα σου, για ανόητα μικρά πράγματα που δεν έχεις ιδέα. Αγαπώ την περπατησιά σου, την φωνή σου, τα πράγματα που αγγίζεις. Μπορώ να κλείσω τα μάτια μου και να φέρω λεπτομέρειες από το σώμα σου, εκεί, ολοζώντανες μπροστά μου. Μπορώ να σε μυρίσω και να σε ακούσω ανά πάσα στιγμή.

Αγαπώ τα χέρια σου....παράξενο και όμως τα λατρεύω....αυτά έχω ανάγκη να με αγγίξουν με χίλιους δύο τρόπους.  Να μου χαϊδέψουν τα μαλλιά όταν έχω ανάγκη από παρηγοριά. Να με κλείσουν μέσα τους όταν θέλω ασφάλεια. Να με κρατήσουν όταν κάνω λάθη. Απλά να με αγγίζουν όταν δεν υπάρχουν λόγια για να χρησιμοποιήσει κανείς. Να μου κρατάνε τα δικά μου χέρια. Να με συνεφέρουν από τους παροξυσμούς μου. Γραφική η αγάπη; Όχι αν σκεφτεί κανείς ότι τα χέρια της μάνας κάνουν θαύματα...και αυτό αγάπη είναι, άλλου είδους, αλλά αγάπη.

Αγαπώ σημαίνει θέλω να χαίρεσαι και να γελάς και αν περνάει από το χέρι μου να ευτυχείς. Αγαπώ σημαίνει σου δίνω την μπουκιά από το στόμα μου όχι γιατί πεινάς, μα γιατί θέλω να γευτείς ότι γεύομαι. Αγάπη είναι σε καμαρώνω, σε υπερασπίζομαι και πηγαίνω κόντρα σε όλα, γιατί μόνο εγώ που αγαπώ ξέρω. Και αυτή η γνώση είναι κινητήρια. Όταν σε αγαπώ θέλω να έχεις πρόσβαση στη ζωή μου και στο σώμα μου.
Και εκεί είναι η κόκκινη γραμμή που σε αφήνω να περνάς, δεν με τσαλαπατάς, σε αφήνω να έχεις πρόσβαση γιατί το έχω ανάγκη. Δεν είναι η έλλειψη αξιοπρέπειας που έχω, είναι η θέση που έχεις στην καρδιά μου. Τα δικά μου συναισθήματα είναι που σε κάνουν μοναδικό στην δικιά μου ζωή. Δεν τυχαίνει, το επιλέγεις. Έχεις φανταστεί ποτέ μάνα να μην αγκαλιάζει το παιδί της επειδή έκανε μια βλακεία; Η αγάπη συγχωρεί και εξημερώνει, μην την μπερδεύουμε με την αξιοπρέπεια.

Αγαπώ σημαίνει είμαι εδώ και σε παρηγορώ όταν πέφτεις και ματώνεις τα γόνατα σου και όσο και αν προσπάθησα να σε προφυλάξω, να μη σου πω ''εγώ στα έλεγα''.

Δεν έχει πόνο όλο αυτό; Σαφώς. Μα γιατί να προστατευόμαστε από την ζωή; Όταν δεν θέλουμε να πονάμε, φοβόμαστε να ζήσουμε.
Κανείς δεν μας λέει, πως πραγματικά είναι η ζωή. Κανείς δεν μας λέει, ότι η ζωή είναι χαρά και γέλιο, μαγεία και θαύμα, ακόμα και έκσταση. Κανείς δεν μας λέει, ότι η ζωή μπορεί είναι πόνος και στεναχώριες, απελπισία και δάκρυα.

Δεν ξέρω για τους άλλους, εγώ όμως δεν θέλω να χάσω τίποτα. Θέλω να αγκαλιάσω την ζωή, θέλω να γνωρίσω τα πάντα.
Δεν είναι δυνατόν να περάσει η ζωή μου και να μην ξέρω τι θα πει κλάμα. Γι' αυτό έχω τους δακρυϊκούς πόρους. Αν δεν ήμουν φτιαγμένη για να κλαίω δεν θα τους είχα. Δεν είναι κακό να κλαίει κανείς. Τα μάτια σου βλέπουν πιο καθαρά μετά.....

 

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Οι άνθρωποι δεν είναι δέντρα


Κάπου διάβασα πως οι άνθρωποι δεν είναι δέντρα και μου άρεσε τόσο πολύ που αποφάσισα να γράψω κάτι γι' αυτό.
Το αποτέλεσμα ήταν να γράφω και να σβήνω προτάσεις συνέχεια. Δεν έβρισκα μια ολοκληρωμένη πρόταση που δεν αναιρούσε την προηγούμενη.

Μα πως γίνεται να μην μπορώ να γράψω για κάτι που το πιστεύω απόλυτα?

Μίλησα γι' αυτό σε μία φίλη. Με ξέρει σαν την παλάμη της. Και ήταν ξεκάθαρη.
Δεν μπορώ, τουλάχιστον εγώ, να γράψω γι' αυτό. Στην αρχή με στεναχώρησε, μετά κατάλαβα το γιατί.

Όσο και να πιστεύω τελικά ότι οι άνθρωποι δεν είναι δέντρα. Ότι υπάρχει δηλαδή μια διαρκής αναζήτηση στην ζωή μας, δεν μπορούσα να υπερασπιστώ το ότι δεν έχουμε ρίζες. Και εγώ έχω ρίζες.

Υπέροχα παιδικά χρόνια, στιγματισμένα συνάμα από τραγικά γεγονότα. Και πολλά, πάρα πολλά ματωμένα γόνατα.

Έχω έναν δικό μου τόπο πάνω σε ολόκληρη τη γη. Δεν είναι σπουδαίος, αλλά η καρδιά μου όπου και να ζει, είναι μισή παρατημένη εκεί, να με προσμένει για άλλη μια αντάμωση. Εκεί είναι όλα διαφορετικά. Είναι ολόκληρα.

Έχω γνωρίσει και αγαπήσει ανθρώπους μεγαθήρια, που μου καθόρισαν χαρακτήρα. Και ακόμη και αν δεν είναι κοντά μου, νοερά τους αναζητώ. Και κάποια βράδια πριν κοιμηθώ, παρακαλάω να τους ονειρευτώ. Να ξανά θυμηθώ τις συμβουλές τους, την μεγάλη τους αγκαλιά, να ξανά νιώσω λίγο την αύρα τους. Πόσο ευλογημένη είμαι, που με αγάπησαν και με καθοδήγησαν.

Και έχω αμετακίνητες αξίες. Σαν τεράστια βουνά. Δεν πρόκειται να αλλάξουν ακόμα και αν με προδόσουν όλες. Μία προς μία και βασανιστικά. Κυλάνε στο αίμα μου. Πιστό σκυλί τους αιώνιο εγώ.

Έζησα σε πολλά μέρη, άλλαξα γειτονιές και καλημέρες.
Μα σε όσα μέρη και να περιπλανήθηκα. Σε όσα μέρη και να σκόρπισα τα χρόνια μου. Όσους ανθρώπους κι αν άφησα να με γνωρίσουν, δεν έπαψα ποτέ να είμαι ένα δέντρο.

Και οι καινούριες αρχές ήταν πολλές. Αφού πάντα μου φάνταζαν συναρπαστικές περιπέτειες. Τώρα, ίσως να κουράστηκα λίγο. Μα στη πρώτη ευκαιρία πάλι θα κάνω επανεκκίνηση. Αρχίζει σαν ιδέα, μετά έρχεται ο ενθουσιασμός, καταλήγει σε έρωτα για αυτό που θα κάνω και μετά δεν με σταματάει τίποτα.

Έκανα αναζητήσεις, πειραματίστηκα, περιπλανήθηκα, εγκατέλειψα.

Και πάλι δέντρο νιώθω όμως. Και ίσως αυτό να μην είναι και τόσο κακό.
Μπορώ να ψηλώνω, να ανοίγω κλαδιά. Να έχω τις εποχές μου.
Να λυγώ στον άνεμο για να μη σπάσω. Να χαίρομαι τον ήλιο, την βροχή και την ξαστεριά. Μπορώ να ξεκουράσω περαστικά, ταξιδιάρικα πουλιά.

Μα το χαρακτηριστικό μου αυτό που με ταυτίζει απόλυτα μαζί του είναι ένα. Οι ρίζες.

Μπορεί να με βλέπεις σαν τσιγγάνα να ψάχνω μόνιμα μια πατρίδα που ίσως δεν βρεθεί ποτέ. Μπορεί κάποιες φορές η προσαρμοστικότητα μου στη καινούρια πρόκληση να αγγίζει την τελειότητα.

Μπορεί να μη τις βλέπεις με γυμνό μάτι. Αλλά υπάρχουν. Είναι οι δικές μου ρίζες, που με κάποιο μαγικό τρόπο με ακολουθούν.
Δεν ξεριζώνονται για να με ακολουθήσουν. Απλώνουν κάτω από τα πόδια μου. Τις νιώθω. Και με το καιρό βαθαίνουν και πιο πολύ, ώστε να με κάνουν ολοένα και πιο δυνατή.

             
                 

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Άνθρακας ο χρυσός.


Η σιωπή είναι χρυσός. Προβληματίστηκα πολύ τα τελευταία χρόνια με το κουσούρι μου εκείνο. Ξέρετε ποιο, αυτό που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Βλαστήμησα τις στιγμές εκείνες που ενώ δεν ήθελαν απάντηση, εγώ την έδινα. Την έδινα για να δείξω πόσο έξυπνη είμαι και φυσικά αποδείκνυε πολλές φορές περίτρανα την ηλιθιότητα μου. Όταν λες κάτι πρέπει να ζυγίζεις και τον άλλον. Αν θέλει να το ακούσει η του είναι αδιάφορο.
Πόσες και πόσες φορές δεν διαπληκτίστηκα με φίλες μου που μου εξηγούσαν ότι είναι αρετή να ξέρεις πότε να κλείνεις το γαμώστομα σου. Και δεν λέω για ατάκες που με ρεζίλεψαν. Με αυτές γελάω ακόμα. Μιλάω για την έκθεση. Όταν λες κάτι, περιμένεις μια αντίδραση που θα σε δικαιώσει και αν η αντίδραση δεν είναι η θεμιτή έχεις ανεπανόρθωτα εκτεθεί και εσύ και τα αισθήματα σου και οι απόψεις σου.
Δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να κρατήσω τον χρυσό για την πάρτη μου, αλλά αυτό το αλάφρωμα που νιώθεις όταν τα έχεις πει όλα και τα έχει πάρει πια το ποτάμι, μπορεί να είναι και πλατίνα.

Υπάρχει κάτι οξύμωρο όμως στη σχέση μου με την σιωπή.
Παρ' ότι υπήρξα πολύ λίγες φορές στη ζωή μου σιωπηλή, γοητεύτηκα από ανθρώπους σιωπηλούς. Είναι εκείνη η αίσθηση μυστηρίου που σου αποπνέει εκείνος ο λιγομίλητος τύπος σε μια παρέα. Εκείνος που ακούει μια συζήτηση απόμακρος, ίσως λίγο απαξιωτικά και δεν μιλάει παρά μόνο για να πει μία ατάκα, με εκείνο τον στόμφο που σε πείθει ότι μέσα της κρύβεται η ουσία μιας συζήτησης δύο ωρών. Τι δέος Θεέ μου!!!! Παραμυθιάστηκα πολλά χρόνια με αυτήν την υπέροχη διαφορετικότητα. Και το ακατάκτητο της.

Με εξίταρε τόσο πολύ το ότι ο άλλος δεν έκθετε τον εαυτό του, που συνειρμικά τον ταύτιζα με θησαυρό. Έναν θησαυρό που θα καιγόμουν για να τον ανακαλύψω. Εγώ και μόνο εγώ.
Όλο αυτό έχει άλλη βαρύτητα όταν γίνει χρόνια πραγματικότητα. Επίσης, είναι διαφορετικό όταν συμβαίνει σε μια φιλία και σε έναν έρωτα. Σε έναν τέτοιο έρωτα η αποπλάνηση είναι μοιραία. Είναι κάτι που ο καιρός στο φουντώνει, είναι σαν ένα στοίχημα με τον εαυτό σου.  Όταν θα σου αποκαλυφθεί ένας τέτοιος άνθρωπος, θα είναι το όγδοο θαύμα του κόσμου. Και αυτό δεν θα είναι του αρχαίου, αλλά του σύγχρονου και εννοείται όλο δικό σου.

Και ξαφνικά, πέφτει το πέπλο εκείνο του μυστηρίου και σου αποκαλύπτεται αυτός ο θησαυρός. Εντάξει, κόπιασες αλλά τον βρήκες.
Το κλειδί τελικά δεν ήταν και τόσο καλά κρυμμένο, εσύ δεν το έβλεπες. Το παίρνεις ευλαβικά, ξεκλειδώνεις το συρτάρι και διστακτικά το ανοίγεις. Διστακτικά γιατί στο περιεχόμενο αυτού του συρταριού έχεις επενδύσει πολλά.
Το συρτάρι είναι ανοιχτό, εσύ κάθεσαι και το κοιτάς με έκπληξη. Δεν υπάρχει κάτι να σε βοηθήσει τώρα, ούτε μία δικαιολογία.
Το συρτάρι είναι άδειο.
Πάρε το απόφαση. Το συρτάρι δεν άδειασε τώρα, πάντα ήταν. Ο θησαυρός δεν έκανε φτερά, δεν υπήρξε ποτέ.
Συγκεντρώσου και θυμήσου. Εξαπατήθηκες.

Αυτό νομίζω ήταν μία από τις μεγαλύτερες πλάνες της ζωής μου.
Με τα χρόνια αυτός ο άνθρωπος θα σου πετάξει κάποια ψίχουλα ακριβώς την ώρα που θα βρίσκεσαι σε συναισθηματική απελπισία και θα ψάχνεις το κάτι παραπάνω, ώστε να το καταπιείς αμάσητο. Είναι και αυτό ένα ταλέντο.

Όταν η παρέα θα μιλάει για πολιτικά αυτός θα σιωπήσει. Όταν θα μιλάνε οι άλλοι για αξίες ζωής εκείνος θα βρει την ευκαιρία να πάει προς νερού του. Και τα χρόνια περνάνε και εσύ αναρωτιέσαι τι πάει λάθος σε αυτόν τον τύπο. Ούτε τι ψηφίζει δεν ξέρεις, την άποψη του δηλαδή για τις παραμέτρους που θα πρέπει να χαρακτηρίζουν την κοινωνία στην οποία θα ήθελε να ανήκει.
Αυτός ο τύπος πάσχει και από χαμαιλεοντισμό (αν υπάρχει τέτοια λέξη η την επινόησα μόλις τώρα), ανάλογα την παρέα αλλάζει και την στάση ζωής του για να είναι αρεστός στους υπολοίπους που εκφράζουν το κατιτίς τους. Εσύ το ονόμασες έξυπνη προσαρμοστικότητα.

Δεν είναι πως δεν έλεγε την άποψη του από θέση, είναι ότι δεν είχε άποψη, ούτε θέση. Αυτού του τύπου οι άνθρωποι δρούνε από ένστικτο επιβίωσης. Και μόνο. Δεν υπάρχει καμιά φιλοσοφία πίσω από αυτό, καμία στάση ζωής. Συνήθως συμπεριφέρονται σαν καθρέπτες. Αν την δεδομένη στιγμή κάποιος απέναντί τους, τους δείχνει το καλό, θα το μιμηθούν γιατί αυτό θα τους εξυπηρετήσει. Μπορώ να δώσω δεκάδες χαρακτηριστικά σε έναν τέτοιο άνθρωπο μα ο τυχοδιωκτισμός περικλείει τα περισσότερα και γεννάει τα υπόλοιπα.

Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε πώς άλλαξε κάποιος? Η ζοφερή αλήθεια όμως είναι ότι δεν άλλαξε ποτέ, γιατί απλά ποτέ δεν ήταν κάτι. Λειτουργούσε σαν καθρέπτης και αντανακλούσε εσένα. Και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα σε πουλήσει μόλις βρει κάτι βολικότερο, που θα τον εξυπηρετεί στην εκάστοτε περίσταση. Μνήμη δεν έχει, το υπογράφω. Και όταν δεν είπε κάτι ήταν γιατί απλά δεν είχε κάτι να πει. Η συμπεριφορά του, η ζωή του και οι επιλογές του είναι πάντα σε άμεση συνάρτηση με τους ανθρώπους που έρχεται σε επαφή. Το κακό, κακό θα φέρνει και το καλό σίγουρα όχι κάτι καλύτερο.

Τώρα η επιμονή μου να εξιδανικεύω καταστάσεις με εγκατέλειψε, για να πάρει τη θέση της η ανάγκη μου να κατανοήσω γιατί αντιλήφθηκα τόσο αργά, πόσοι τέτοιοι κυκλοφορούν εκεί έξω.
Τώρα μπορώ να κυλιστώ στο πάτωμα και να γελάσω υστερικά για τις φορές που νόμιζα πως είχα επιρροή πάνω τους γιατί τάχα με εκτιμούσαν. Κουμάντο έκανα. Μόνο αυτό.

Δεν αποπλανήθηκα, παραπλανήθηκα. Άτιμε έρωτα. Αχόρταγε για το τίποτα.


            




Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Πότε αρχίζει και τελειώνει κάτι


Πότε αρχίζει και τελειώνει κάτι?
Κατάλαβες την άρχη, για να καταλάβεις και το τέλος, άλλωστε? Δικά σου είναι όλα.
Η αρχή σου και το τέλος σου. Ποτέ δεν είσαι άμοιρος στις ευθύνες σου. Εσύ κινείς τα νήματα. Εσύ έχεις το γκάζι και το φρένο. Έτσι νομίζεις. Μα η ζωή δεν είναι αυτοκίνητο. Και αυτοκίνητο να ήτανε μια ζημιά θα στην έβγαζε ξαφνικά.

Πόσα έχεις τελειώσει, για να τα ξαναρχίσεις αμέσως μετά. Πόσα όχι τα διαδέχτηκε ένα ναι. Ποιος θα σε αλλάξει, αν όχι εσύ ο ίδιος.
Ψυχραιμία θέλει. Δεν γίνεται να έχεις τον έλεγχο των πραγμάτων πάντα. Άσε και κάτι στην τύχη του.
Αυτή η εμμονή σου ότι ελέγχεις την ζωή σου, ότι την έχεις τακτοποιημένη σε κουτάκια με ταμπελίτσες και καλλιγραφικά γράμματα. Αφέσου να κάνεις λάθη. Αυτό είναι που σε καίει. Τα λάθη. Όμως στην προσπάθεια σου να μην τα κάνεις, κάνεις άλλα χειρότερα.
Βγες έξω στον ήλιο και κοιταξέ τον κατάματα. Δώσε μια υπόσχεση στον εαυτό σου και χάιδεψε τον λίγο. Δώσε μια υπόσχεση σαν αυτήν που έδωσες χθες το βράδυ σε μία φίλη σου, αύριο θα ξημερώσει μία καινούρια ζωή. Αποφάσισε πως και το πρόβλημα και η λύση είσαι εσύ. Δεν έχει νόημα να κάνεις μακροπρόθεσμα σχέδια, ένα βήμα την φορά αρκεί.

Αν θέλεις να ουρλιάξεις, ούρλιαξε και μη δίνεις δεκάρα για το ποιος θα σε ακούσει. Αν θέλεις να χαιδέψεις τα μαλλιά του κάντο. Αν το δεχτεί εντάξει, αν όχι δεν σημαίνει πως ήτανε λάθος. Δεν θα αναρωτιέσαι ποτέ όμως, για τα αν και τα μήπως.
Και επιτέλους σταμάτα να σκέφτεσαι. Θα έρθει το γραμμένο θες δεν θες. Προσπαθώντας να προλάβεις το κακό στο αύριο, χάνεις το καλό στο τώρα. Και να θυμάσαι, δεν υπάρχει για όλα μία εξήγηση. Και αναρωτήσου είσαι σίγουρη ότι την θες?

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Με το μπαρδόν αλλά κλάταρα.



Ναι, εντάξει μην κάνετε έτσι. Να με συγχωρείτε που σας ξεβόλεψα. Αλλά να μωρέ, νομίζω κλάταρα.
Τι, δεν πρέπει να το λέω? Είναι που βαρέθηκα να παραμιλώ. Είναι που έλεγες και τις λέξεις συλλαβιστά, γιατί νόμιζες πως δεν θα καταλάβω. " Για τι ε χεις τα νε υρα σου α γα πη μου". "Τίποτα ρε παιδί, δεν έχω νεύρα, σπάσανε προ πολλού "

Γαμώτο. Ξέρω πως δεν έπρεπε να το πω. Σε κοιτάζουν στο μάτι, να δουν αν γυαλίζει. Αν, λέω αν υπάρχουν άνθρωποι που θα σε ακούσουν, χωρίζονται στις εξής τρεις κατηγορίες.
Οι ευθυνόφοβοι. Αυτοί που φοβούνται πως έχουν βάλει το χεράκι τους στα σπασμένα σου και προσπαθούν να σε πείσουν, ότι φταίνε τα πάντα εκτός από εκείνους, οι επιλογές σου, το ξερό σου το κεφάλι, ο παλιοχαρακτήρας σου. Συνήθως σε χειροτερεύουν.
Οι εγωκεντρικοί. Αυτοί είναι σίγουροι ότι ευθύνονται, αφού έτσι και αλλιώς η γη γυρνάει γύρω τους. Σε αυτή την περίπτωση, αφού το επεξεργαστούν και σκεφτούν " Ρε λες να πάθει τίποτα η τρελή εξαιτίας μου" θα σου πούνε ομορφιές..... Έχεις όλα τα καλά. Τι σου λείπει? Προσπάθησε λίγο ακόμα. Συνήθως εξαφανίζονται. Ναι καλέ, για το καλό σου.
Και η τρίτη κατηγορία, μη σου τύχει, είναι ευθυνόφοβοι και εγωκεντρικοί μαζί. Εκεί αρχίζει το γλέντι. Με αυτούς αν δεν γίνεις βουλιμική, φτηνά την γλιτώνεις.

Και μη πει κανείς ότι η ζωή είναι ωραία. Το ξέρω. Απλά δεν χωράω πια στη δικιά μου.

Τι ξεστόμισα βρε παιδιά? Γιατί, σάμπως και δεν σου είχε περάσει από το μυαλό? Ε να με συγχωρέσει τότε η αφεντιά σου για το θράσος μου. Δεκάρα δεν έδινες.
Άκου να το πω! Και τώρα να σε βάλω σε σκέψη τι θα μπορούσες να κάνεις για μένα. Εννοείτε καλέ, όχι κάτι που θα χρειαζόταν να μου αφιερώσεις χρόνο, όχι κάτι που θα σε ξεβολεψει, όχι κάτι δαπανηρό. Για τέτοια ήμαστε?
Γιατί είμαστε πουλάκι μου τελικά? Εγώ το δήλωσα, αυτό που φοβόσουν καιρό. Το φοβόσουν καιρό? Για τα επόμενα κράτα. Εγώ μια φορά, τα έπλυνα τα χέρια μου. Εμένα που με βλέπεις τα μεγαλύτερα μπουρλότα στα κλαταρίσματα μου τα έβαλα.

Αυτό, που έχω γαϊδουρινή υπομονή  σου άρεσε έτσι? Αλλά όταν μου τελείωνε πως νόμιζες ότι θα κλώτσαγα, κυριλέ? Κάτω από το τραπέζι? Γαϊδούρι θα συνέχιζα να είμαι και σαν τέτοιο θα κλώτσαγα.

Τι τώρα κατάλαβες πως δεν είμαι τέλεια? Συγνώμη μάτια μου, τα έκανα όλα, πριν το ξεστομίσω.
Πήρα φόρα και βάρεσα το κεφάλι μου στο τοίχο. Το σπίτι μου είναι μικρό και η φόρα δεν ήταν αρκετή.
Ήπια όλο τον Βόσπορο. Όχι σε ένα βράδυ καλέ, μήνες τον προσπαθώ. Σταμάτησα λίγο πριν την κίρρωση.
Σκέφτηκα να φύγω μετανάστρια, ξέρεις πόσα παίρνουν οι καθαρίστριες στην Ελβετία, 50 ευρώ την ώρα. Μετά θυμήθηκα την μάνα μου που με λέει ανοικοκύρευτη.
Από το καλάθι των άπλυτων έβγαλα το καπάκι. Σκέφτηκα δεν μπορεί, θα τον εξιτάρω "Θα βάζεις καλάθι καρδιά μου κάθε φορά που θα αλλάζεις εσώρουχα και θα μετράμε πόντους. Εντάξει?" Ήσουν άστοχος. Γενικώς.

Όλα τα έκανα. Όχι για μένα, για τα νεύρα μου. Η ηρεμία όμως δεν ερχότανε.
Ερχόντουσαν όλα τα άλλα όμως. Η ΔΕΗ, το τηλέφωνο, τα κοινόχρηστα, το ενοίκιο. Όχι, να πέσει φωτιά να με κάψει, ανάμεσα στο έναντι και το εκκαθαριστικό, ερχόσουν και εσύ. Και δυο φορές να μη σου πω.
Παραλογίζομαι? Πάλι? Κοίτα για να μην αγχωνόμαστε. Κλάταρα, στο είπα. Ναι, εντάξει, δεν ξέρεις να το διαχειριστείς. Το καταλαβαίνω. Μη δω οίκτο μόνο. Μόνο αυτό.
Υποκρίθηκα καιρό πως δεν ζω εδώ, σε αυτή την χώρα, που όλα με ενοχλούν, που μου κλέβουν τα όνειρα, για να μου τα επιστρέψουν μαζί με τη σύνταξη που δεν θα πάρω. Η κρίση εξαπλώθηκε παντού, στην ηθική μας, στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν θέλω άλλο. Ευχαριστώ. Τι δεν ήξερες πως είχα τέτοιες ανησυχίες? Με το μπαρδόν κιόλας.

Αν ήταν καλοκαίρι, θα απλωνόμουν στη πετσέτα μου, σε απόμερα βράχια, να μην ακούω θορύβους, μέχρι να έρθω να σταφιδιάσω. Και θα καταργούσα και τα παπούτσια. Πόσο με πνίγουν τα παπούτσια. Στο λαιμό. Και εσύ με πνίγεις, καιρό τώρα. Κάνεις θόρυβο. Ξαφνιάστηκες έτσι? Με είχες για κακό σκυλί. Ε καλά τώρα, δεν ψόφησα, αλλά τυραννιέμαι. Ένα διάλειμμα θέλω. Και το δικαίωμα να είμαι ελεύθερος άνθρωπος.
Δεν αντέχω τους θορύβους. Τις τηλεοράσεις. Τις αψιμαχίες. Τις κόρνες. Αυτούς που φωνάζουν. Αφού έχεις άδικο ρε φίλε, τι φωνάζεις?

Αν είναι να έρθεις και εσύ, έλα αθόρυβα. Βάλε μουσική αν θες, μόνο αυτήν αντέχω. Και προς θεού μη με αγγίζεις, νομίζω πως με λυπάσαι. Μόνο κανε μου έρωτα. Αν θες.
Α μην ξεχάσεις να χαμογελάσεις φεύγοντας. Αθόρυβα.

Και για την ιστορία. Μη με φοβάσαι. Έτσι παίρνω φόρα. Από πάντα.
Και αν πέσεις σε κανένα μήνα πάνω μου σε κάποιο νησί, με την καπελαδούρα μου, τα μεγάλα μου γυαλιά και το μαγιό με τις πούλιες, να πίνω cocktail με ύφος Audrey Hepbur. Όχι δεν θα κάνεις λάθος. Έτσι είμαι εγώ.




Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Δώσε μου δρόμους να τους περπατήσω

 (Εναλλακτικός τίτλος:  Μια ερωτική εξομολόγηση, όπως θα έπρεπε να είναι.)



Θέλω να έρθει μια ζεστή νύχτα, να πάρω τους δρόμους με τα πόδια. Να περπατήσω τους γνώριμους παλιούς αλλά και τους καινούργιους.

Στους παλιούς θέλω να σταθώ.
Να περάσω σαν αερικό σε σκηνές που έζησα, να διορθώσω διαλόγους, να πω αυτά που δεν ξεστόμισα ποτέ. Να πω ευχαριστώ για πράγματα που θεωρούσα δεδομένα. Να αγκαλιάσω εκεί που είχα γυρίσει την πλάτη. Να αφήσω τα δάκρυα να τρέξουν όπου ζορίστηκα και εκεί που έκλαψα να πάω να μου τα σκουπίσω και να μου πω "Μη κλαις, το γιατί θα το καταλάβεις αργότερα".
Το τώρα μου είναι το αργότερα του τότε. Τώρα, ξέρω τι έπρεπε να είχα κάνει κάθε δευτερόλεπτο του τότε, μα αυτή η γνώση δεν μου έδωσε τη σοφία να μην κάνω λάθη στο τώρα μου.

Όταν σταματάνε ένα αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου για να κόψουν μια στραπατσαρισμένη παπαρούνα και να σου την προσφέρουν, χαμογέλασε και ξέχασε αυτό που σε είχε ενοχλήσει. Δεν θα το ξαναζήσεις, ίσως σου αγοράσουν λουλούδια, ίσως να σου κόψουν κιόλας, μα ποτέ δεν θα ξανασυμβεί σε εκείνο τον δρόμο και ποτέ δεν θα ξαναβρεθεί η ίδια παπαρούνα.
Πόσα λουλούδια νομίζεις ότι σου αναλογούν;

Θα πάω σε εκείνο το δρόμο, στο κέντρο της Αθήνας, που ήμουν τόσο προβληματισμένη που ξέχασα το λόγο που είχα βρεθεί εκεί, να ζητήσω και να πάρω μια συγνώμη, να πάρω πίσω λόγια και πράξεις και το κυριότερο να πω πόσο λυπάμαι. Θα πήγαινα λοιπόν από πάνω και θα μου έδινα ένα χαστούκι για να με βγάλω από την ξιπασιά μου, η οποία δεν μου επέτρεψε να κάνω τίποτα απ' όλα όσα όφειλα.
Θα πήγαινα όμως και σε ένα άλλο δρόμο, θα μου έβαζα τα χέρια στα αυτιά μου να με προφυλάξω από αυτά που θα άκουγα, θα με έπαιρνα από το χέρι και θα μου ψιθύριζα στο αυτί " Πάμε κοπέλα μου κάπου να χορέψεις, κάπου που θα γελάς".
Θα πήγαινα σε όλους τους δρόμους που δεν είχα θέση και θα με έπαιρνα μακρυά.

Τους καινούργιους θα τους περπατήσω με χαρά.
Με χαρά γιατί πάντα υπάρχουν καινούρια πράγματα να ζήσεις, να ακούσεις, να αισθανθείς. Σε κάποιους δρόμους θέλω να έχω ένα χέρι στον ώμο μου, σε άλλους ένα χέρι μεσα στο δικό μου και μερικούς θα ήθελα να τους περπατήσω μόνη.
Να μυρίσω νυχτολούλουδα, πορτοκαλιές ανθισμένες, να κοιτάζω τα φωτισμένα παράθυρα και να φτιάχνω ιστορίες που θα συμβαίνουν εκεί, μέσα στα φώτα. Να κλέψω ένα λουλούδι από μια γλάστρα και να μου το χαρίσω. Να χάσω την ανάσα μου, να αλλάξω τέμπο. Να την ξαναβρώ και να συνεχίσω.

Όσο και να περπατήσω στους παλιούς δρόμους, όσο και να προσπαθήσω νοερά να διορθώσω λάθη, δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι δεν θα κάνω τα ίδια λάθη και στους καινούργιους δρόμους. Θα θυμάμαι όμως να σου χαμογελώ κάθε τόσο. Δεν ξέρω αν θα υπάρχουν σε κάποια γωνιά στρωμένα ροδοπέταλα η αν θα μας περιμένουν δεινά. Μα δώσε μου την ευκαιρία να το διαπιστώσω. Δώσε μου καινούργιους δρόμους να περπατήσω. Δεν ξέρω αν μπορώ να αλλάξω το τρόπο που περπατάω, αλλά ειναι μια καλή αρχή ότι για χάρη σου μπορώ να βάλω καινούρια παπούτσια για να τους περπατήσω. Αρκεί να είσαι εκεί. Πλάι μου.



              

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Άλλο όμως το σπίτι, άλλο το σπιτικό.

Γυρνάς το κλειδί και η πόρτα ανοίγει. Τα πάντα γνώριμα και ξένα. Είναι το σπίτι σου, προσπάθησες πολύ να το κάνεις σπιτικό, μα παραμένει σπίτι.
Το βλέμμα σου περιπλανιέται στα πράγματα γύρω σου, αντικείμενα διαλεγμένα από εσένα. Τα προσέχεις, να μη σπάσουν, να μη χαλάσουν. Τα περιποιείσαι αδιάκοπα, αλλά τελικά αν αποχωριζόσουν κάποια από όλα αυτά, δεν θα μπορούσες να συνεχίσεις την ζωή σου?
Κοιτάζεσαι σε έναν παλιό καθρέφτη που είχες ξεθάψει σε κάτι σκουπίδια στην Ίο, είναι όμορφος δεν αμφιβάλλεις, μα αν ξαφνικά έσπαγε?

Χαζεύεις την βιβλιοθήκη και τα περισσότερα βιβλία σου διηγούνται μια ιστορία. Όπως εκείνο εκεί, που σου θυμίζει μια εκδρομή στη Μονεμβασιά και μια νύχτα κάτω από τα αστέρια, μέσα σε μια μικρή σκηνή να κοιμάστε τρία άτομα. Πόσο αστεία ήταν τότε. 
Αν κάποια μέρα σου λέγανε ότι πρέπει να φύγεις και να πάρεις μια μικρή τσάντα μαζί σου, τι θα ήταν αυτό που αν το άφηνες πίσω θα σου έκοβε το οξυγόνο?
Αν δεν μπορούσες να πάρεις εκείνο το βιβλίο, αν το έχανες για πάντα, θα ξεχνούσες την εκδρομή και τα γέλια?

Κάθε τι που είναι γύρω σου, έχει μια αξία, μικρή η μεγάλη. Κάποια έχεις ξεφορτωθεί με την πάροδο
του χρόνου, μα κάποια άλλα τα έχεις επιλέξει να σε καλημερίζουν και να σου θυμίζουν. Να σου θυμίζουν αυτά που φοβάσαι πως θα ξεχάσεις.
Αυτά που πέταξες όμως σε βοήθησαν να ξεχάσεις? Σε τίποτα δεν βοήθησαν, ούτε αυτά που κράτησες, ούτε αυτά που πέταξες. Γιατί όλα, τα άσχημα και τα όμορφα, τα κουβαλάς πάνω σου. Πάντα. Μέσα στο μυαλό σου. Δυστυχώς αυτό δεν κομματιάζεται για να δεις τι θέλεις να κρατήσεις και τι όχι.

Κοιτάζω γύρω μου ξανά, χαμογελώ ευχαριστημένη. Ναι μπορεί να μου λείπουν κάποια πράγματα που άφησα αλλού, αλλά και με αυτά που έχω μπορώ να ευτυχίσω.
Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι και χωρίς αυτά μπορώ να ευτυχίσω.
Θα ξαναγόραζα καινούριες αναμνήσεις. Ίσως εκείνο το κοχύλι από τους Λειψούς να μην μπορούσα να αγοράσω, αλλά θα ξαναπήγαινα ευχαρίστως να βρω ένα καινούριο. Και όταν θα το έβρισκα, την ίδια χαρά θα έκανα.

Όλα λοιπόν μια ιδέα είναι, η μάλλον πολλές ιδέες που νομίζουμε πως χωρίς αυτές δεν υπάρχουμε και αν χαθεί κάτι, θα ξεχάσουμε την διαδρομή εώς το τώρα.
Δεν έχω φανταστεί να αφηγούμαι μία περίοδο της ζωής μου και να λέω ''Ξέρεις μωρέ ήταν τότε που είχα εκείνο το φοβερό καραβίσιο τασάκι που είχα αγοράσει από ένα παλιατζίδικο στο Πέραμα''
Άρα τη διαδρομή μας ποτέ δεν την χαρακτήριζαν αντικείμενα. Μόνο άνθρωποι συνοδοιπόροι.
Κάποιοι μας πλήγωσαν, κάποιους πληγώσαμε. Κάποιοι αγαπηθήκαμε. Κάποιοι μας δίδαξαν και κάποιοι μπορεί να λείπουν για πάντα.

Το σπίτι μας λοιπόν είναι τα αντικείμενα. Άλλο όμως το σπίτι, άλλο το σπιτικό.

Όσο για το σπιτικό μας, πάντα πίστευα ότι είναι εκεί που είναι η καρδιά μας. Μα τώρα η δική μου καρδιά, είναι στη θέση της και για πρώτη φορά, εγώ μόνη μαζί της προσπαθώ να της φτιάξω σπιτικό.

Και όσο για το τι θα έπαιρνα μαζί μου σε μια μικρή τσάντα, κατέληξα. Φωτογραφίες. Μερικές φωτογραφίες, για να μη με προδώσει κάποτε το μυαλό μου και ξεχάσω τα βλέμματα που αγάπησα.



Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Αγαπώ τις ρυτίδες σου όταν χαμογελάς

Σε βλέπω να με κοιτάς επίμονα. Με φέρνεις σε αμηχανία. Στρέφω το βλέμμα μου αλλού και περιμένω να μιλήσεις. ''Γύρω από τα μάτια σου έχεις ρυτίδες. Τον τελευταίο καιρό και χωρίς να χαμογελάς'' ....το σώμα μου κάνει θόρυβο όταν συναντά το πάτωμα, σαν σακί έπεσα, ίσως και το κεφάλι μου να βρήκε σε κάποια γωνία.... 
Ανάβω ένα τσιγάρο, πάλι από αμηχανία, κρυφογελάω με την φανταστική πιθανή μου αντίδραση και σε ρωτάω δήθεν αδιάφορα ''Τι είπες?'', όχι δεν είμαι κουφή, αλλά δίνω τον χρόνο στον επεξεργαστή του εγκεφάλου μου να τον κηρύξει σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Δέχομαι επίθεση.  
Συνεχίζεις ψύχραιμος ''Νομίζω ότι έχεις αρχίσει να γερνάς''.

Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου αισθάνομαι πληγωμένη, αδικημένη και νευριασμένη ταυτόχρονα, ο εγωισμός μου βγάζει τα νύχια του και γίνομαι ειρωνική ''Και σε ξεγέλασα έτσι? Άλλα περίμενες από μένα.''  και ρίχνω κλεφτές ματιές στο λιποθυμισμένο μου σώμα στο πάτωμα....

Και κάτι που σου είπα εγώ, κάτι που μου είπες εσύ, χαλάσαμε εκείνον τον κυριακάτικο πρωινό καφέ στο αγαπημένο μας στέκι. Βρήκα μια δικαιολογία που είχε σχέση με πονοκέφαλο, για να μη σε ακολουθήσω στο ραντεβού με φίλους στον Μαραθώνα. Θα τα λέγαμε μετά στο σπίτι. 
Βγαίνω στο δρόμο, κρύος αέρας με χτυπά και με μουδιάζει. 

Περνάνε δυο ώρες και χαζεύω βιτρίνες, συχνά κοιτάζω το είδωλο μου στο τζάμι τους, για να σιγουρευτώ ότι το είδωλο μου είναι νεανικό. Αγανακτώ. Αλίμονο αν κάποιος έχει την φαντασίωση ότι θα μείνει για πάντα νέος. Πονάει το κεφάλι μου στ'αλήθεια τώρα. Ρε σίγουρα δεν έπαθα συμφόρηση και δεν σωριάστηκα και δεν χτύπησα και το κεφάλι μου?

Άλλωστε βλέπεις την ομορφιά σε όλες τις ηλικίες.

Εντάξει παραλογίστηκα πριν. Τι δεν είπε το στόμα μου, ότι δεν με κάνει να νιώθω όμορφα, ότι προσέχει μόνο τα αρνητικά μου, κάπου προς το τέλος πρέπει να είπα ότι δεν με θέλει ευτυχισμένη, μπλα μπλα μπλα, πολύ μπλα μπλα αδερφάκι μου....
Προσπαθώ να καταλάβω τον λόγο που με πείραξε τόσο πολύ. Η γυναικεία μου φιλαρέσκεια? Η αίσθηση ότι είμαι ακόμα μία αφράτη παιδούλα? Γιατί μήπως εγώ δεν είχα προσέξει τις ρυτίδες για τις οποίες έλεγε, ένα σκασμό χρήματα είχα ξοδέψει σε κρέμες.
Κάθομαι σε ένα παγκάκι και παρατηρώ τον κόσμο που περνάει. Η αλήθεια είναι ότι στέκομαι περισσότερο στα πρόσωπα γυναικών μικρότερων από μένα για να εντοπίσω φθορά.
 Όχι από κακία. Για συμπαράσταση ψάχνω.

Το ξέρω, είχα απαράδεκτη αντίδραση αλλά και εκείνος άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου. Χτυπάει το κινητό, μου λέει πως έχασα, τα ψάρια που είχαν ψαρέψει τα παιδιά την προηγούμενη, ήταν καταπληκτικά. 
Παίρνω το δρόμο για το σπίτι. Σιχαίνομαι τα ψάρια. Τα ακαθάριστα ψάρια. Για την ακρίβεια όμως, τα τελευταία έξι χρόνια ποτέ δεν χρειάστηκε να καθαρίσω το δικό μου ψάρι.
Ενοχές.

Φτάνω στο σπίτι πολύ θυμωμένη. Μαζί μου.
Τα είπα όλα. Ότι μπούρδα και παράπονο μάζευα καιρό, τα πέταξα μέσα στα μούτρα του για να τον κάνω να νιώσει λίγος. Ψάχνω στη βιβλιοθήκη ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τις πρώτες μας διακοπές. Το ξεφυλλίζω ώρα, αλλά αντί να παρατηρώ εμένα, στέκομαι πιο πολύ σ' εκείνον. Έχει αλλάξει.
Τότε κατάλαβα.

Δεν χρειαζόταν να δω παλιές φωτογραφίες για να καταλάβω ότι είχε αλλάξει και εκείνος. Τότε κατάλαβα τι ήταν αυτό που με έκανε να πρασινίσω από το κακό μου. 
Το ότι εγώ ένιωθα να αγαπώ αυτές τις αλλαγές. Τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια του, τις γκρίζες τρίχες στα γένια του, τα ανεπαίσθητα παχάκια στη μέση του. Όλα τα αγαπούσα. Ήταν δικά του.
Το πραγματικό μου πρόβλημα λοιπόν, δεν ήταν ότι δεν είχε πάθει μερική τύφλωση, αλλά το γεγονός ότι δεν είπε ''Αγαπώ τις ρυτίδες σου όταν χαμογελάς''.

Άλλωστε βλέπεις την ομορφιά σε ότι αγαπάς.

Όταν γύρισε στο σπίτι είχε βραδιάσει, ήρθε κοντά μου και έβαλε το πρόσωπο του μέσα στα μαλλιά μου. Με έκανε να γελάσω. Αντί για συγνώμη. 

Με ξάπλωσε και φίλησε τις ρυτίδες μου μία προς μία. Το ίδιο κι εγώ.

Άλλωστε, για κάποιες ρυτίδες του ευθυνόμουν εγώ. Ίσως και για κάποιες άσπρες τρίχες.






Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Να υποκριθώ πως με έπιασε η Άνοιξη?

Να υποκριθώ πως με έπιασε η Άνοιξη? 
Να πω τι? Ότι τρέχω κάθε μέρα αναμαλλιασμένη στους αγρούς και στους κάμπους και στερεώνω μαργαρίτες πίσω από τα αυτιά? (τις άρτιες όχι αυτές που μάδησα για να δω αν με αγαπά)...
Όχι, δεν θα πω ότι φοράω τα φλοράλ φορέματα μου και λικνίζομαι στο δρόμο σαν βάρκα σε στραβό γιαλό. Σέρνομαι.
Τα πόδια μου δηλαδή σέρνονται. Κουβαλάνε και εμένα. Το καλοκαίρι κουτσά στραβά θα το καταλάβεις, είναι η ζέστη θες, τα λίγα ρούχα, τα μπάνια στη θάλασσα που κάνουν καλό? Που? Ξέρω και εγώ? Στο δέρμα?
Και όλη αυτή η χαρά που νομίζεις πως θα φέρει η Άνοιξη, θα έρθει η θα την προλάβει ο καύσωνας και θα κλειστούμε μέσα σαν ποντικοί για λίγη δροσιά?
Εγώ πάντως το χρέος μου το έκανα, αγόρασα ένα μανό σε ανοιξιάτικο χρώμα, το έβγαλα από τη τσάντα και όταν το παρατήρησα μου φάνηκε σαν μαραμένο φιστίκι Αιγίνης, το έβαλα στο συρτάρι μαζί με τα περσινά. Το καμάρωσα και σε μισή ώρα το ξέχασα. Να θυμηθώ να το ξαναδώ.

Και τώρα που θυμήθηκα τα φιστίκια, να τι θα ήταν πολύ ωραίο να κάναμε την Άνοιξη για να γίνουμε πιο αλαφροΐσκιωτοι βρε αδερφέ. Να ήμασταν λέει στην Αίγινα (εγώ με φλοράλ φόρεμα πάντα), να ξαμολυθούμε, να κυνηγιόμαστε σαν τα στοιχειά μέσ' τα λιβάδια και να τσακίζουμε φιστίκια από τα δέντρα τα οποία θα χτύπαγε ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι. Μετά ξαναμμένοι από το περπάτημα θα καταλήγαμε σε ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι να λιαζόμαστε, παρέα με πέντε πιάτα γαύρο μαρινάτο, ψωμί και μπύρα....

Χτυπάει το τηλέφωνο. Και ρωτάω εγώ τώρα, ''τα φυστίκια ξέρουμε πότε τα μαζεύουν?'' - ''Καλοκαίρι, γιατί?'' - ''Τ'ιποτα μωρέ έτσι ρώτησα...τι, δεν τρώγονται κατευθείαν από τα δέντρα?. Ααα δεν ξέρω έχω τις επιφυλάξεις μου''

Πάει και η λιακαδάτη χαρά, πάει και η φαντασίωση. Σήμερα όμως θα κάνω την υπέρβαση μου.
Θα συρθώ. Ναι.
Μέχρι το ψυγείο. Έχει μπύρα και γαύρο μαρινάτο. Εντάξει όχι, δεν έχει λιακάδα μέσα στη κουζίνα μου αλλά οι παλιές λένε ''Μην κάθεσαι στον ήλιο Άνοιξη, θα αρρωστήσεις''. Και ποια είμαι εγώ να τις αγνοήσω......


Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Ανοχή από ενοχές.

Και ξυπνάς ένα ανοιξιάτικο βράδυ και είσαι 33 και βλέπουμε... όχι πως τα έκλεισες τώρα, μα να, χαστούκισες το δεκαεξάχρονο που νόμιζες πως ήσουν και όταν συνήλθες από το σοκ, ήσουν 33 και βλέπουμε....
Τώρα δηλαδή βλέπεις? 
Αρχίζεις και μετράς. Σου τελειώνουν τα δάχτυλα. Συνεχίζεις. Έτσι και αλλιώς, όταν οι άλλοι σταματούσαν, εσύ πάντα συνέχιζες. Άλλοι το έλεγαν πείσμα, άλλοι αυτομαστίγωμα, άλλοι φόβο αποτυχίας, εγώ τείνω να καταλήξω στο ότι δεν υπήρχε αίσθηση του χρόνου. Που είχαμε μείνει? Α ναι, στο μέτρημα.
Μετράς τους τοίχους με τους οποίους είχες μετωπική, γκρεμούς που πήδηξες, ρέματα που διέσχισες, κοντέρ που μηδένισες. Και τώρα βλέπεις?
Κάτι διακρίνω. 
Ανοχή. Ανοχή από ενοχές. Όταν αρχίζεις και βλέπεις συγκαταβατικά τον κόσμο γύρω σου, αισθάνεσαι την ανάγκη να τον ανεχτείς. 
Και τον ανέχεσαι. 
Εκεί βρίσκεται και το μυστικό, στην ισορροπία που θα κρατήσεις. Αν υπάρχει, αλλιώς καταλήγεις ανισόρροπος, να τυραννιέσαι μέσα στους παραλογισμούς.

Έχει συμπτώματα η ανοχή. 
Είναι εκείνη η στιγμή που το βλέμμα φεύγει λίγο πάνω δεξιά σαν αλλήθωρος και η φράση ''εστίαζω το βλέμμα μου κάπου'' περιορίζεται στα νευρολογικά ιατρεία, το χέρι έρχεται σιγά σιγά να στηρίξει το κεφάλι που παίρνει την κατιούσα και το μυαλό τρέχει με ταχύτητα φωτός.... Μα είσαι ανήμπορη να αρθρώσεις έστω και μία λέξη. ''Μ'ακούς'', σε ρωτάνε, ''βέβαια βέβαια'', απαντάς από κεκτημένη ταχύτητα. Κι ας μοιάζεις εκείνη την ώρα σαν την Αστέρω έτοιμη να απαγγείλει ποίημα. 
Συνήθως δεν το καταλαβαίνει κανείς, το στήθος τους πάει να σκάσει σαν παραγεμισμένη χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα, η φωνή τους δυναμώνει,  αφού δεν απαντάς σημαίνει πως έχουν δίκιο.... Βέβαια..
Και τι να πεις δηλαδή? Ξέρεις, μπορεί και να σε λυπάμαι τελικά και επειδή σε βλέπω σαν άτομο ''ειδικής μεταχείρισης'', θα σου λέω ναι, μέχρι να γίνουμε άγγελοι να βγάλουμε φτερά που λέει και το τραγούδι?.... Και άντε να σου αποκαλύψω τον λόγο που σε ακούω σαν κωφάλαλη νεράιδα... εσύ θα τον καταλάβεις?