Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Drama queen



Συνηθίζεται πολύ. Ταλαιπωρίες και ίντριγκες δίχως λόγο, δίχως αιτία με σκοπό να δώσουν νόημα στη κατά τα άλλα βαρετή ζωή σου. Είναι εκείνες οι μέρες που ξυπνάς και βλέπεις να πρωταγωνιστείς στο βουβό κινηματογράφο, χωρίς εξάρσεις, χωρίς φωνές και τότε σαν από διαστροφή η κάποια άλλη ψυχολογική διαταραχή, θέλεις να ταράξεις πάλι τα νερά. Θέλεις να βάλεις εκείνο το φωτοστέφανο που σου προσδίδει η αδικία και να περιφέρεσαι σαν άλλη μία Παναγιά η να ζωστείς με τα όπλα σου και να προκαλέσεις μια μονομαχία.
Βαριέμαι βρε αδερφούλη στα ίδια και στα ίδια, ρουτινιάζω. Και ξέρω πως κανείς δεν παραδέχεται πως το κάνει. Μα κάποιοι ήδη χαμογελάνε.

Η αδρεναλίνη σου χτυπάει κόκκινο και η λαχτάρα για επιβεβαίωση μετά από μία ακόμη μάχη γίνεται σκοπός. Ρισκάρεις ξανά, τα πάντα η μπορεί και τίποτα. Και είναι αυτό το ρίσκο τόσο αναζωογονητικό που σου δίνει δύναμη, σε κάνει να νιώθεις ζωντανός. Παιχνίδια ενηλίκων.

 Είναι εκεί που οι συμπρωταγωνιστές σου έχουν πιαστεί απροετοίμαστοι και προσπαθούν να πάρουν μια ανάσα στην επιφάνεια των θολών νερών σου. Είναι εκεί που κάποιοι σοκάρονται από την απότομη αλλαγή και δεν βρίσκουν τρόπο αντίδρασης. Είναι αυτές οι στιγμές που ίσως και να τους κρυφό λυπάσαι.
Σαν άλλη μία drama queen που θέλει να σαγηνεύσει το κοινό της, περιφέρεις την στεναχώρια σου και την απελπισία σου προκαλώντας σε μάχες και ανακατατάξεις.

Και όταν ο κύκλος κλείσει, όταν θα έχεις αποφασίσει ότι αρκεί, θα χωθείς σε μια ανακουφισμένη αγκαλιά και ένα κρυφό πονηρό χαμόγελο θα ζωγραφιστεί στο πρόσωπό σου, που τελείωσε αυτή η σκανταλιά και θα βγάλεις το φωτοστέφανο για να φυλαχτεί για μια μελλοντική ξανά χρήση.
Μη το πεις πουθενά μόνο. Ούτε στον εαυτό σου. Όπως φυλάς τα ξόρκια, έτσι και αυτό, γιατί αλλιώς δεν θα πιάσει. Θα παίζεις μόνος άνθρωπος.

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Τα μεσημέρια



Όμορφα. Ζεστά. Ιδρωμένα μεσημέρια. Εκεί, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι που καίει, περιμένουμε τη δύση του ήλιου να φέρει δροσερό φρέσκο αέρα. Το δέρμα καίει. Το μυαλό ταξιδεύει. Πόσο λατρεύω τη ρουτίνα των διακοπών. Όπου με αγγίζεις σε νιώθω ιδρωμένο και είναι ο ιδρώτας που με αγγίζει σαν το πιο καθαρό ρυάκι της γης. Και είναι η ανάσα σου που ανακατεύεται με τα τζιτζίκια, ο ομορφότερος ήχος.

Λυτρωτικά. Καλοκαιρινά. Ερωτικά μεσημέρια. Αλμυρά. Με ψιθύρους.
Ξαπλωμένοι εκεί, σε μια αργοπορημένη σιέστα. Μοιραζόμαστε αυτά που δεν βλέπουν τα μάτια τα ξένα. Μια σταλιά είναι ο πλανήτης αυτός και χωράει μόνο εσένα και μένα. Το κρεβάτι, σχεδία που μας ταξιδεύει σε απέραντες θάλασσες. Τα όνειρα μπερδεύονται. Σε κάτι τέτοια μεσημέρια σε αγαπώ πιο πολύ. Σε κατι τέτοια μεσημέρια φοβάμαι μη σε χάσω.

Μπορεί να ξυπνήσουμε κάτω από ένα ξάστερο ουρανό, μπορεί να προλάβουμε και το ηλιοβασίλεμα.
Σε αυτό το μπορεί χωρίς το πρέπει, είναι όλη η γλύκα τους.
Ιερά, καλοκαιρινά μεσημέρια.

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Η τρελή του χωριού

Δεν είναι μεγάλο. Είναι ένα μικρό χωριό. Και εγώ η τρελή του.
Το ήξερα από τη μέρα που γεννήθηκα πως έχω ξερό το κεφάλι. Το ήξερα πως τη ζωή μου, θα την δυνάστευαν τα πάθη μου. Το ένιωθα πως με σαγήνευε η χαρά, πως λυτρωνόμουν στη λύπη.
Δεν διαβάσανε το χέρι μου ποτέ. Δεν ήξερα τι θα απογίνω. Βήμα το βήμα παρασύρθηκα. Ούτε που έδωσα σημασία στο απειροελάχιστο χρόνο αυτόν, ανάμεσα στα βήματα μου.
Κάποια στιγμή κοίταξα πάνω από τον ώμο μου. Είδα την απόκλιση από την αφετηρία. Παρατήρησα τα χνάρια μου. Κάπου κάνανε κύκλους. Κάπου ήταν σαν μεθυσμένα. Και κάπου είχα συρθεί.

Τι μαγικό. Να μπορείς να κοιτάς πίσω σου. Και να είναι όλα εκεί.
Έχω μνήμη δυνατή. Οι πιο πολλοί εκεί αποδίδουν την τρέλα μου. Μα εγώ νιώθω ζωντανή, ποτέ δεν υπήρξα ψόφια. Το αίμα απλά, κυλούσε πιο ζεστό στις δικές μου φλέβες. Πως να σας εξηγήσω πως δεν είμαι τρελή? Πως να σας πω ότι ποτέ δεν ήμουν παράσιτο σε σάρκα άλλου? Πόσο αθώοι φαίνεστε εδώ από το ψηλό μου θρόνο. Πόσο αθώοι νομίζετε πως είστε?

Γονάτισα μπροστά σας. Ήπια νερό από την χούφτα σας. Σας έγλυψα τις πληγές. Χόρτασα με τα ψίχουλα σας. Γιατί? Γιατί σας συμπονώ. Σας συμπονώ με την συμπόνια που αν την ψάξετε στο βάθος έχει απαξίωση. Αγαπώ ότι απαξιώθηκε στα μάτια μου και απαξίωσα ότι αγάπησα.
Γιατί είμαι αχόρταγη. Θέλω στη κάθε μου στιγμή να γράφεται ιστορία. Για να τις κοιτάζω μετά πάνω από τον ώμο μου και να νιώθω την ίδια συγκίνηση. Να τρέμω σύγκορμη στη θέα τους. Να λαχταρώ να τις ξαναβρώ.

Τους πόνους μου και τις κακές στιγμές, τις έχω μνήμες στο σώμα μου. Σε εκείνα τα σημεία που ψυχή και σώμα πάνε να ενωθούν. Πονάνε αφόρητα κάποια βράδια. Κάποιες φορές στο φως της ημέρας γίνονται αόρατο σαμάρι. Δεν βαριέσαι. Και αυτές ιστορία γράψανε.

Είμαι η τρελή του χωριού. Στη λέξη χωριό βάλτε ότι σας κάνει κέφι. Μα πριν βιαστείτε να συμφωνήσετε, μάθετε πως την ζωή μου ποτέ δεν την πέρασα στο περίπου. Εσείς?


         

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει

Σε αυτό το blog συνηθίζω να ανεβάζω δικά μου κείμενα, μα αυτά τα δύο τα αγάπησα.

Του Charles Warnke ''Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει''


Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει. Ανακάλυψε την στη μελαγχολική ζοφερότητα ενός μπαρ του συρμού, ή στο καπνισμένο, ιδρωμένο και αλκοολούχο χώρο ενός club. Όπου και να την βρεις φρόντισε να είναι με το χαμόγελο στα χείλη και σιγουρέψου ότι αυτό γίνεται πλατύτερο όταν η παρέα της στρέφει αλλού την προσοχή της. Στην πορεία, απασχόλησε την με ελαφριά κουβεντούλα, διάλεξε «πεσιματικές» ατάκες χαμογελώντας αμυδρά και με νόημα. Και ενώ η νύχτα μπαίνει για τα καλά οδήγησε την στην πόρτα της εξόδου. Μην δώσεις σημασία στην όποια αβάσταχτη κούραση μπορεί προς στιγμήν να σε λυγίζει. Φίλησε την κάτω από την τρεμάμενη λάμψη της λάμπας του δρόμου ενώ βρέχει, όπως έχεις δει στις ταινίες, υποκρινόμενος ωστόσο ότι η σκηνή δεν έχει και κάποια ιδιαίτερη σημασία. Πήγαινε την στο διαμέρισμα σου και απάλλαξε τον εαυτό σου από τον ψυχαναγκασμό του «κάνω έρωτα». Απλά πήδηξε την.

Στη πορεία άσε το βιαστικό συμβόλαιο που υπέγραψες –ούτε που κατάλαβες πως- να εξελιχθεί αργά και βασανιστικά σε σχέση. Βρες κοινά ενδιαφέροντα και θέματα προς συζήτηση όπως το σούσι ή η μουσική. Φρόντισε να κτίσεις γύρω από αυτό ένα πολύ γερό οικοδόμημα, πασπαλισμένο με την αίσθηση της αίγλης του ιερού χώρου στον οποίο καταφεύγεις κάθε φορά που η ατμόσφαιρα μεταξύ σας γίνεται χλιαρή και τα βράδια ατελείωτα. Μην σκέφτεσαι ιδιαίτερα και άσε απλώς τους μήνες να περνούν. Πρότεινε της να συζήσετε και άφησε στην ίδια την ευθύνη της διακόσμησης. Αναλώσου σε ανούσιους καβγάδες τύπου «κλείνουμε την κωλοκουρτίνα στην ντουσιέρα για να μην πιάσει μάκα» και άσε να περάσει ένας χρόνος χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Από εδώ και εμπρός ξεκίνα να παίρνεις χαμπάρι.

Στο μυαλό σου στριφογυρνάει η ιδέα ότι είναι μάλλον καιρός να παντρευτείτε, αλλιώς όλη η ιστορία θα είναι χαμένος χρόνος. Κάλεσε την λοιπόν για δείπνο σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο με ονειρική θέα πολύ εκτός των οικονομικών σου δυνατοτήτων. Με μακάριο ύφος ζήτησε από το σερβιτόρο να της φέρει ένα ποτήρι σαμπάνια αφού έχει βάλει μέσα ένα αξιοπρεπές δακτυλίδι. Όταν το προσέξει κάνε της πρόταση με όσο ενθουσιασμό και ειλικρίνεια μπορείς να επιστρατεύσεις. Μην σε νοιάξει ιδιαίτερα αν νοιώσεις την καρδιά σου να χτυπά σαν ταμπούρλο. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν δεν μπορείς να την νοιώσεις καθόλου. Εάν μεσολαβήσει χειροκρότημα κάνε σαν να μην τρέχει τίποτα. Αν κλάψει, χαμογέλασε σαν να είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Αν δεν κλάψει κάνε το ίδιο.

Άσε τα χρόνια να περνούν δίχως να δίνεις ιδιαίτερη σημασία.
Ασχολήσου με την καριέρα σου, αγόρασε ένα σπίτι, κάνε δύο εντυπωσιακά παιδιά. Προσπάθησε να τα μεγαλώσεις καλά. Σταδιακά μπορείς να αρχίσεις να νοιώθεις αποτυχημένος. Απώλεσε λοιπόν την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου. Κάποιες φορές νοιώσε ευχαριστημένος αλλά κυρίως νοιώσε κενός και ελαφρύς. Κατά την διάρκεια περιπάτων νοιώσε σαν να μην υπάρχει πια επιστροφή ή σαν να είσαι έτοιμος να σε πάρει ο άνεμος. Στο τέλος συμβιβάσου με μια θανατηφόρα ασθένεια και αποδήμησε εις Κύριον αλλά…μόνο αφού έχεις συνειδητοποιήσει ότι με το κορίτσι που δεν διάβαζε η καρδιά σου δεν σκίρτησε ποτέ από οποιοδήποτε πάθος, και κανένας δεν θα γράψει την ιστορία της ζωής σας. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πεθάνει και αυτή μόνο με την αμυδρή και μέτριας έντασης θλίψη ότι η ικανότητα της να αγαπάει έπεσε στο κενό.

Κάνε αυτά τα πράγματα, γαμώτο, γιατί τίποτα δεν είναι χειρότερο από ένα κορίτσι που διαβάζει. Κάνε τα, σου λέω, γιατί μια ζωή στο καθαρτήριο είναι καλύτερη από μια ζωή στην κόλαση. Κάνε τα γιατί το κορίτσι αυτό είναι γνώστρια του λεξιλογίου που μπορεί να περιγράψει αυτή την ακαθόριστη δυσαρέσκεια ως μια ανεκπλήρωτη ζωή. Ένα λεξιλόγιο που αναλύει την εσωτερική ομορφιά του κόσμου και την κάνει δυνατή αναγκαιότητα αντί για φαντασιακή αναζήτηση. Το κορίτσι που διαβάζει έχει πρόσβαση σε ένα λεξιλόγιο που μπορεί να διακρίνει μεταξύ της απατηλής και απαθούς ρητορικής κάποιου που δεν μπορεί να την αγαπήσει, και της άναρθρης απελπισίας κάποιου που την αγαπάει πολύ. Ένα λεξιλόγιο που, γαμώτο, κάνει την κενού περιεχομένου σοφιστεία μου ένα φτηνό κόλπο.

Κάνε τα γιατί το κορίτσι που διαβάζει κατανοεί σύνταξη. Η λογοτεχνία την έχει διδάξει ότι οι στιγμές τρυφερότητας έρχονται σε σποραδικά αλλά αναγνωρίσιμα διαλείμματα. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι η ζωή δεν έχει γραμμική πορεία, και θεωρεί δεδομένο ότι η παρακμή ρέει στην ίδια κατεύθυνση με την απογοήτευση. Ένα κορίτσι που έχει εμβαθύνει στη σύνταξη του λόγου αναγνωρίζει στις ακανόνιστες διστακτικές παύσεις ανάμεσα σε δύο ανάσες τη φύση του ψέματος. Επίσης, αντιλαμβάνεται τη διαφορά της μεμονωμένης στιγμής θυμού από την μόνιμη συνήθεια κάποιου να είναι πικρός και κυνικός ανεξάρτητα λόγου ή αιτίας· αυτή η συνήθεια θα παραμείνει ζωντανή και όταν έχει πακετάρει τα πράγματα της, έχει αποχαιρετήσει απρόθυμα, έχει αποφασίσει ότι πρόκειται για παύση και όχι για τελεία και…προφανώς θα συνεχίζεται εις τον αιώνα τον αιώνων αμήν. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το συντακτικό που ταιριάζει στο ρυθμό και στους κυματισμούς ενός «αγαθού» βίου.

 Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει γιατί το κορίτσι που διαβάζει γνωρίζει τη σημαντικότητα της πλοκής, μπορεί να εντοπίσει που τελειώνει ο πρόλογος καθώς και τις αιχμηρές εντάσεις της κορύφωσης. Τις νοιώθει στο πετσί της. Το κορίτσι που διαβάζει θα είναι υπομονετική σε μια διακοπή της δράσης, θα επισπεύσει τη λύση. Μα πάνω απ’ όλα γνωρίζει την αναπόφευκτη βαρύτητα του τέλους. Βρίσκεται στο στοιχείο της. Έχει αποχαιρετήσει χιλιάδες ήρωες με ένα σούβλισμα θλίψης όλο κ’ όλο στην καρδιά.

Μην βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που διαβάζει γιατί τα κορίτσια αυτά είναι που αφηγούνται τις ιστορίες. Εσύ και ο Τζόυς, εσύ και ο Ναμπόκοφ, εσύ και η Γουλφ. Εσύ στη βιβλιοθήκη, στο διάδρομο αναμονής του μετρό, στη γωνία του καφέ, στο παράθυρο του δωματίου σου. Εσύ που αιωνίως κάνεις την ζωή μου αφόρητη. Το κορίτσι που διαβάζει έχει βγάλει έξω το τεφτέρι της ζωής της και είναι γεμάτο νόημα. Προσέχει οι αφηγήσεις της να είναι πλούσιες, το υποστηρικτικό καστ χρωματιστό και η γραμματοσειρά έντονη. Εσύ, το κορίτσι που διαβάζει, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι. Αλλά είμαι αδύναμος και θα σε απογοητεύσω, αφού αυτό που έχεις ονειρευτεί είναι καλύτερο από αυτό που είμαι. Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία μιλούσα προηγουμένως. Δεν θα δεχόσουν τίποτα λιγότερο από πάθος, τελειότητα και μια ζωή άξια να αφηγηθεί. Αυτό ήταν. Τελείωσα μαζί σου κορίτσι που διαβάζει. Και μην ξεχάσεις με το επόμενο τραίνο να πάρεις και τον Χεμινγκγουέι μαζί σου. Σε μισώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ σε μισώ. 

Η απάντηση στο κείμενο αυτό, από την Rosemarie Urquico.  
''Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που διαβάζει''

  Βγες ραντεβού μ’ ένα κορίτσι που διαβάζει. Βγες με ένα κορίτσι που ξοδεύει τα λεφτά της στα βιβλία αντί στα ρούχα. Έχει προβλήματα με τις ντουλάπες της επειδή έχει πολλά βιβλία. Βγες με ένα κορίτσι που έχει λίστα με βιβλία που θέλει να διαβάσει.   Βρες ένα κορίτσι που διαβάζει. Θα καταλάβεις αν διαβάζει επειδή θα έχει πάντα ένα αδιάβαστο βιβλίο στην τσάντα της. Θα κοιτάει με αγάπη τα ράφια σε ένα βιβλιοπωλείο, θα είναι αυτή που θα βγάλει μια σιγανή κραυγή όταν βρει το βιβλίο που έψαχνε. Βλέπεις αυτό το κορίτσι που μυρίζει τα βιβλία σε ένα βιβλιοπωλείο με μεταχειρισμένα; Πρόκειται για αναγνώστρια. Δε μπορούν να αντισταθούν να μυρίσουν τις σελίδες, ειδικά αν έχουν κιτρινίσει. 

Θα είναι το κορίτσι που θα διαβάζει περιμένοντας στην ουρά για να πάρει καφέ. Κάτσε δίπλα της. Στην αρχή θα σε στραβοκοιτάξει, γιατί τα κορίτσια που διαβάζουν δε θέλουν να διακόπτονται. Ρώτα την αν είναι καλό το βιβλίο.   Κέρνα την άλλο ένα φλιτζάνι καφέ.   Πες της τη γνώμη σου για τον Μουρακάμι. Προσπάθησε να καταλάβεις αν κατάλαβε τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις ή αν το λέει για να φανεί έξυπνη. Ρώτα την αν αγαπάει την Αλίκη κι αν θα ήθελε να ήταν η Αλίκη. 

Είναι εύκολο να είσαι με ένα κορίτσι που διαβάζει. Χάρισέ της βιβλία στα γενέθλια, τα Χριστούγεννα και στις επετείους. Δείξε της ότι καταλαβαίνεις ότι τα λόγια είναι αγάπη. Να ξέρεις ότι γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ βιβλίου και πραγματικότητας αλλά θα προσπαθήσει να κάνει τη ζωή της όπως το αγαπημένο της βιβλίο. 

Βγες με ένα κορίτσι που διαβάζει γιατί το αξίζεις. Αξίζεις ένα κορίτσι που μπορεί να σου δώσει τον πιο πολύχρωμο κόσμο. Αν θέλεις όλον τον κόσμο και τους κόσμους πίσω από αυτόν, βγες με ένα κορίτσι που διαβάζει.   

Ακόμα καλύτερα, βγες με ένα κορίτσι που γράφει. 



με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει. Ανακάλυψε την στη μελαγχολική ζοφερότητα ενός μπαρ του συρμού, ή στο καπνισμένο, ιδρωμένο και αλκοολούχο χώρο ενός club. Όπου και να την βρεις φρόντισε να είναι με το χαμόγελο στα χεί Πηγή: www.lifo.gr
Γιατί πρέπει να βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει…. Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει. Ανακάλυψε την στη μελαγχολική ζοφερότητα ενός μπαρ του συρμού, ή στο καπνισμένο, ιδρωμένο και αλκοολούχο χώρο ενός club. Όπου και να την βρεις φρόντισε να είναι με το χαμόγελο στα χείλη και σιγουρέψου ότι αυτό γίνεται πλατύτερο όταν η παρέα της στρέφει αλλού την προσοχή της. Στην πορεία, απασχόλησε την με ελαφριά κουβεντούλα, διάλεξε «πεσιματικές» ατάκες χαμογελώντας αμυδρά και με νόημα. Και ενώ η νύχτα μπαίνει για τα καλά οδήγησε την στην πόρτα της εξόδου. Μην δώσεις σημασία στην όποια αβάσταχτη κούραση μπορεί προς στιγμήν να σε λυγίζει. Φίλησε την κάτω από την τρεμάμενη λάμψη της λάμπας του δρόμου ενώ βρέχει, όπως έχεις δει στις ταινίες, υποκρινόμενος ωστόσο ότι η σκηνή δεν έχει και κάποια ιδιαίτερη σημασία. Πήγαινε την στο διαμέρισμα σου και απάλλαξε τον εαυτό σου από τον ψυχαναγκασμό του «κάνω έρωτα». Απλά πήδηξε την. Στη πορεία άσε το βιαστικό συμβόλαιο που υπέγραψες –ούτε που κατάλαβες πως- να εξελιχθεί αργά και βασανιστικά σε σχέση. Βρες κοινά ενδιαφέροντα και θέματα προς συζήτηση όπως το σούσι ή η μουσική. Φρόντισε να κτίσεις γύρω από αυτό ένα πολύ γερό οικοδόμημα, πασπαλισμένο με την αίσθηση της αίγλης του ιερού χώρου στον οποίο καταφεύγεις κάθε φορά που η ατμόσφαιρα μεταξύ σας γίνεται χλιαρή και τα βράδια ατελείωτα. Μην σκέφτεσαι ιδιαίτερα και άσε απλώς τους μήνες να περνούν. Πρότεινε της να συζήσετε και άφησε στην ίδια την ευθύνη της διακόσμησης. Αναλώσου σε ανούσιους καβγάδες τύπου «κλείνουμε την κωλοκουρτίνα στην ντουσιέρα για να μην πιάσει μάκα» και άσε να περάσει ένας χρόνος χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Από εδώ και εμπρός ξεκίνα να παίρνεις χαμπάρι. Στο μυαλό σου στριφογυρνάει η ιδέα ότι είναι μάλλον καιρός να παντρευτείτε, αλλιώς όλη η ιστορία θα είναι χαμένος χρόνος. Κάλεσε την λοιπόν για δείπνο σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο με ονειρική θέα πολύ εκτός των οικονομικών σου δυνατοτήτων. Με μακάριο ύφος ζήτησε από το σερβιτόρο να της φέρει ένα ποτήρι σαμπάνια αφού έχει βάλει μέσα ένα αξιοπρεπές δακτυλίδι. Όταν το προσέξει κάνε της πρόταση με όσο ενθουσιασμό και ειλικρίνεια μπορείς να επιστρατεύσεις. Μην σε νοιάξει ιδιαίτερα αν νοιώσεις την καρδιά σου να χτυπά σαν ταμπούρλο. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν δεν μπορείς να την νοιώσεις καθόλου. Εάν μεσολαβήσει χειροκρότημα κάνε σαν να μην τρέχει τίποτα. Αν κλάψει, χαμογέλασε σαν να είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Αν δεν κλάψει κάνε το ίδιο. Άσε τα χρόνια να περνούν δίχως να δίνεις ιδιαίτερη σημασία. Ασχολήσου με την καριέρα σου, αγόρασε ένα σπίτι, κάνε δύο εντυπωσιακά παιδιά. Προσπάθησε να τα μεγαλώσεις καλά. Σταδιακά μπορείς να αρχίσεις να νοιώθεις αποτυχημένος. Απώλεσε λοιπόν την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου. Κάποιες φορές νοιώσε ευχαριστημένος αλλά κυρίως νοιώσε κενός και ελαφρύς. Κατά την διάρκεια περιπάτων νοιώσε σαν να μην υπάρχει πια επιστροφή ή σαν να είσαι έτοιμος να σε πάρει ο άνεμος. Στο τέλος συμβιβάσου με μια θανατηφόρα ασθένεια και αποδήμησε εις Κύριον αλλά…μόνο αφού έχεις συνειδητοποιήσει ότι με το κορίτσι που δεν διάβαζε η καρδιά σου δεν σκίρτησε ποτέ από οποιοδήποτε πάθος, και κανένας δεν θα γράψει την ιστορία της ζωής σας. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πεθάνει και αυτή μόνο με την αμυδρή και μέτριας έντασης θλίψη ότι η ικανότητα της να αγαπάει έπεσε στο κενό. Κάνε αυτά τα πράγματα, γαμώτο, γιατί τίποτα δεν είναι χειρότερο από ένα κορίτσι που διαβάζει. Κάνε τα, σου λέω, γιατί μια ζωή στο καθαρτήριο είναι καλύτερη από μια ζωή στην κόλαση. Κάνε τα γιατί το κορίτσι αυτό είναι γνώστρια του λεξιλογίου που μπορεί να περιγράψει αυτή την ακαθόριστη δυσαρέσκεια ως μια ανεκπλήρωτη ζωή. Ένα λεξιλόγιο που αναλύει την εσωτερική ομορφιά του κόσμου και την κάνει δυνατή αναγκαιότητα αντί για φαντασιακή αναζήτηση. Το κορίτσι που διαβάζει έχει πρόσβαση σε ένα λεξιλόγιο που μπορεί να διακρίνει μεταξύ της απατηλής και απαθούς ρητορικής κάποιου που δεν μπορεί να την αγαπήσει, και της άναρθρης απελπισίας κάποιου που την αγαπάει πολύ. Ένα λεξιλόγιο που, γαμώτο, κάνει την κενού περιεχομένου σοφιστεία μου ένα φτηνό κόλπο. Κάνε τα γιατί το κορίτσι που διαβάζει κατανοεί σύνταξη. Η λογοτεχνία την έχει διδάξει ότι οι στιγμές τρυφερότητας έρχονται σε σποραδικά αλλά αναγνωρίσιμα διαλείμματα. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι η ζωή δεν έχει γραμμική πορεία, και θεωρεί δεδομένο ότι η παρακμή ρέει στην ίδια κατεύθυνση με την απογοήτευση. Ένα κορίτσι που έχει εμβαθύνει στη σύνταξη του λόγου αναγνωρίζει στις ακανόνιστες διστακτικές παύσεις ανάμεσα σε δύο ανάσες τη φύση του ψέματος. Επίσης, αντιλαμβάνεται τη διαφορά της μεμονωμένης στιγμής θυμού από την μόνιμη συνήθεια κάποιου να είναι πικρός και κυνικός ανεξάρτητα λόγου ή αιτίας· αυτή η συνήθεια θα παραμείνει ζωντανή και όταν έχει πακετάρει τα πράγματα της, έχει αποχαιρετήσει απρόθυμα, έχει αποφασίσει ότι πρόκειται για παύση και όχι για τελεία και…προφανώς θα συνεχίζεται εις τον αιώνα τον αιώνων αμήν. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το συντακτικό που ταιριάζει στο ρυθμό και στους κυματισμούς ενός «αγαθού» βίου. Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει γιατί το κορίτσι που διαβάζει γνωρίζει τη σημαντικότητα της πλοκής, μπορεί να εντοπίσει που τελειώνει ο πρόλογος καθώς και τις αιχμηρές εντάσεις της κορύφωσης. Τις νοιώθει στο πετσί της. Το κορίτσι που διαβάζει θα είναι υπομονετική σε μια διακοπή της δράσης, θα επισπεύσει τη λύση. Μα πάνω απ’ όλα γνωρίζει την αναπόφευκτη βαρύτητα του τέλους. Βρίσκεται στο στοιχείο της. Έχει αποχαιρετήσει χιλιάδες ήρωες με ένα σούβλισμα θλίψης όλο κ’ όλο στην καρδιά. Μην βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που διαβάζει γιατί τα κορίτσια αυτά είναι που αφηγούνται τις ιστορίες. Εσύ και ο Τζόυς, εσύ και ο Ναμπόκοφ, εσύ και η Γουλφ. Εσύ στη βιβλιοθήκη, στο διάδρομο αναμονής του μετρό, στη γωνία του καφέ, στο παράθυρο του δωματίου σου. Εσύ που αιωνίως κάνεις την ζωή μου αφόρητη. Το κορίτσι που διαβάζει έχει βγάλει έξω το τεφτέρι της ζωής της και είναι γεμάτο νόημα. Προσέχει οι αφηγήσεις της να είναι πλούσιες, το υποστηρικτικό καστ χρωματιστό και η γραμματοσειρά έντονη. Εσύ, το κορίτσι που διαβάζει, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι. Αλλά είμαι αδύναμος και θα σε απογοητεύσω, αφού αυτό που έχεις ονειρευτεί είναι καλύτερο από αυτό που είμαι. Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία μιλούσα προηγουμένως. Δεν θα δεχόσουν τίποτα λιγότερο από πάθος, τελειότητα και μια ζωή άξια να αφηγηθεί. Αυτό ήταν. Τελείωσα μαζί σου κορίτσι που διαβάζει. Και μην ξεχάσεις με το επόμενο τραίνο να πάρεις και τον Χεμινγκγουέι μαζί σου. Σε μισώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ σε μισώ. Πηγή: www.lifo.gr
Γιατί πρέπει να βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει…. Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει. Ανακάλυψε την στη μελαγχολική ζοφερότητα ενός μπαρ του συρμού, ή στο καπνισμένο, ιδρωμένο και αλκοολούχο χώρο ενός club. Όπου και να την βρεις φρόντισε να είναι με το χαμόγελο στα χείλη και σιγουρέψου ότι αυτό γίνεται πλατύτερο όταν η παρέα της στρέφει αλλού την προσοχή της. Στην πορεία, απασχόλησε την με ελαφριά κουβεντούλα, διάλεξε «πεσιματικές» ατάκες χαμογελώντας αμυδρά και με νόημα. Και ενώ η νύχτα μπαίνει για τα καλά οδήγησε την στην πόρτα της εξόδου. Μην δώσεις σημασία στην όποια αβάσταχτη κούραση μπορεί προς στιγμήν να σε λυγίζει. Φίλησε την κάτω από την τρεμάμενη λάμψη της λάμπας του δρόμου ενώ βρέχει, όπως έχεις δει στις ταινίες, υποκρινόμενος ωστόσο ότι η σκηνή δεν έχει και κάποια ιδιαίτερη σημασία. Πήγαινε την στο διαμέρισμα σου και απάλλαξε τον εαυτό σου από τον ψυχαναγκασμό του «κάνω έρωτα». Απλά πήδηξε την. Στη πορεία άσε το βιαστικό συμβόλαιο που υπέγραψες –ούτε που κατάλαβες πως- να εξελιχθεί αργά και βασανιστικά σε σχέση. Βρες κοινά ενδιαφέροντα και θέματα προς συζήτηση όπως το σούσι ή η μουσική. Φρόντισε να κτίσεις γύρω από αυτό ένα πολύ γερό οικοδόμημα, πασπαλισμένο με την αίσθηση της αίγλης του ιερού χώρου στον οποίο καταφεύγεις κάθε φορά που η ατμόσφαιρα μεταξύ σας γίνεται χλιαρή και τα βράδια ατελείωτα. Μην σκέφτεσαι ιδιαίτερα και άσε απλώς τους μήνες να περνούν. Πρότεινε της να συζήσετε και άφησε στην ίδια την ευθύνη της διακόσμησης. Αναλώσου σε ανούσιους καβγάδες τύπου «κλείνουμε την κωλοκουρτίνα στην ντουσιέρα για να μην πιάσει μάκα» και άσε να περάσει ένας χρόνος χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Από εδώ και εμπρός ξεκίνα να παίρνεις χαμπάρι. Στο μυαλό σου στριφογυρνάει η ιδέα ότι είναι μάλλον καιρός να παντρευτείτε, αλλιώς όλη η ιστορία θα είναι χαμένος χρόνος. Κάλεσε την λοιπόν για δείπνο σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο με ονειρική θέα πολύ εκτός των οικονομικών σου δυνατοτήτων. Με μακάριο ύφος ζήτησε από το σερβιτόρο να της φέρει ένα ποτήρι σαμπάνια αφού έχει βάλει μέσα ένα αξιοπρεπές δακτυλίδι. Όταν το προσέξει κάνε της πρόταση με όσο ενθουσιασμό και ειλικρίνεια μπορείς να επιστρατεύσεις. Μην σε νοιάξει ιδιαίτερα αν νοιώσεις την καρδιά σου να χτυπά σαν ταμπούρλο. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν δεν μπορείς να την νοιώσεις καθόλου. Εάν μεσολαβήσει χειροκρότημα κάνε σαν να μην τρέχει τίποτα. Αν κλάψει, χαμογέλασε σαν να είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Αν δεν κλάψει κάνε το ίδιο. Άσε τα χρόνια να περνούν δίχως να δίνεις ιδιαίτερη σημασία. Ασχολήσου με την καριέρα σου, αγόρασε ένα σπίτι, κάνε δύο εντυπωσιακά παιδιά. Προσπάθησε να τα μεγαλώσεις καλά. Σταδιακά μπορείς να αρχίσεις να νοιώθεις αποτυχημένος. Απώλεσε λοιπόν την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου. Κάποιες φορές νοιώσε ευχαριστημένος αλλά κυρίως νοιώσε κενός και ελαφρύς. Κατά την διάρκεια περιπάτων νοιώσε σαν να μην υπάρχει πια επιστροφή ή σαν να είσαι έτοιμος να σε πάρει ο άνεμος. Στο τέλος συμβιβάσου με μια θανατηφόρα ασθένεια και αποδήμησε εις Κύριον αλλά…μόνο αφού έχεις συνειδητοποιήσει ότι με το κορίτσι που δεν διάβαζε η καρδιά σου δεν σκίρτησε ποτέ από οποιοδήποτε πάθος, και κανένας δεν θα γράψει την ιστορία της ζωής σας. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πεθάνει και αυτή μόνο με την αμυδρή και μέτριας έντασης θλίψη ότι η ικανότητα της να αγαπάει έπεσε στο κενό. Κάνε αυτά τα πράγματα, γαμώτο, γιατί τίποτα δεν είναι χειρότερο από ένα κορίτσι που διαβάζει. Κάνε τα, σου λέω, γιατί μια ζωή στο καθαρτήριο είναι καλύτερη από μια ζωή στην κόλαση. Κάνε τα γιατί το κορίτσι αυτό είναι γνώστρια του λεξιλογίου που μπορεί να περιγράψει αυτή την ακαθόριστη δυσαρέσκεια ως μια ανεκπλήρωτη ζωή. Ένα λεξιλόγιο που αναλύει την εσωτερική ομορφιά του κόσμου και την κάνει δυνατή αναγκαιότητα αντί για φαντασιακή αναζήτηση. Το κορίτσι που διαβάζει έχει πρόσβαση σε ένα λεξιλόγιο που μπορεί να διακρίνει μεταξύ της απατηλής και απαθούς ρητορικής κάποιου που δεν μπορεί να την αγαπήσει, και της άναρθρης απελπισίας κάποιου που την αγαπάει πολύ. Ένα λεξιλόγιο που, γαμώτο, κάνει την κενού περιεχομένου σοφιστεία μου ένα φτηνό κόλπο. Κάνε τα γιατί το κορίτσι που διαβάζει κατανοεί σύνταξη. Η λογοτεχνία την έχει διδάξει ότι οι στιγμές τρυφερότητας έρχονται σε σποραδικά αλλά αναγνωρίσιμα διαλείμματα. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι η ζωή δεν έχει γραμμική πορεία, και θεωρεί δεδομένο ότι η παρακμή ρέει στην ίδια κατεύθυνση με την απογοήτευση. Ένα κορίτσι που έχει εμβαθύνει στη σύνταξη του λόγου αναγνωρίζει στις ακανόνιστες διστακτικές παύσεις ανάμεσα σε δύο ανάσες τη φύση του ψέματος. Επίσης, αντιλαμβάνεται τη διαφορά της μεμονωμένης στιγμής θυμού από την μόνιμη συνήθεια κάποιου να είναι πικρός και κυνικός ανεξάρτητα λόγου ή αιτίας· αυτή η συνήθεια θα παραμείνει ζωντανή και όταν έχει πακετάρει τα πράγματα της, έχει αποχαιρετήσει απρόθυμα, έχει αποφασίσει ότι πρόκειται για παύση και όχι για τελεία και…προφανώς θα συνεχίζεται εις τον αιώνα τον αιώνων αμήν. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το συντακτικό που ταιριάζει στο ρυθμό και στους κυματισμούς ενός «αγαθού» βίου. Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει γιατί το κορίτσι που διαβάζει γνωρίζει τη σημαντικότητα της πλοκής, μπορεί να εντοπίσει που τελειώνει ο πρόλογος καθώς και τις αιχμηρές εντάσεις της κορύφωσης. Τις νοιώθει στο πετσί της. Το κορίτσι που διαβάζει θα είναι υπομονετική σε μια διακοπή της δράσης, θα επισπεύσει τη λύση. Μα πάνω απ’ όλα γνωρίζει την αναπόφευκτη βαρύτητα του τέλους. Βρίσκεται στο στοιχείο της. Έχει αποχαιρετήσει χιλιάδες ήρωες με ένα σούβλισμα θλίψης όλο κ’ όλο στην καρδιά. Μην βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που διαβάζει γιατί τα κορίτσια αυτά είναι που αφηγούνται τις ιστορίες. Εσύ και ο Τζόυς, εσύ και ο Ναμπόκοφ, εσύ και η Γουλφ. Εσύ στη βιβλιοθήκη, στο διάδρομο αναμονής του μετρό, στη γωνία του καφέ, στο παράθυρο του δωματίου σου. Εσύ που αιωνίως κάνεις την ζωή μου αφόρητη. Το κορίτσι που διαβάζει έχει βγάλει έξω το τεφτέρι της ζωής της και είναι γεμάτο νόημα. Προσέχει οι αφηγήσεις της να είναι πλούσιες, το υποστηρικτικό καστ χρωματιστό και η γραμματοσειρά έντονη. Εσύ, το κορίτσι που διαβάζει, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι. Αλλά είμαι αδύναμος και θα σε απογοητεύσω, αφού αυτό που έχεις ονειρευτεί είναι καλύτερο από αυτό που είμαι. Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία μιλούσα προηγουμένως. Δεν θα δεχόσουν τίποτα λιγότερο από πάθος, τελειότητα και μια ζωή άξια να αφηγηθεί. Αυτό ήταν. Τελείωσα μαζί σου κορίτσι που διαβάζει. Και μην ξεχάσεις με το επόμενο τραίνο να πάρεις και τον Χεμινγκγουέι μαζί σου. Σε μισώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ σε μισώ. Πηγή: www.lifo.gr
Το κείμενο του Charles Warnke, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τη Σταυρούλα Χρυσοχόου. Γιατί πρέπει να βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει…. Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει. Ανακάλυψε την στη μελαγχολική ζοφερότητα ενός μπαρ του συρμού, ή στο καπνισμένο, ιδρωμένο και αλκοολούχο χώρο ενός club. Όπου και να την βρεις φρόντισε να είναι με το χαμόγελο στα χείλη και σιγουρέψου ότι αυτό γίνεται πλατύτερο όταν η παρέα της στρέφει αλλού την προσοχή της. Στην πορεία, απασχόλησε την με ελαφριά κουβεντούλα, διάλεξε «πεσιματικές» ατάκες χαμογελώντας αμυδρά και με νόημα. Και ενώ η νύχτα μπαίνει για τα καλά οδήγησε την στην πόρτα της εξόδου. Μην δώσεις σημασία στην όποια αβάσταχτη κούραση μπορεί προς στιγμήν να σε λυγίζει. Φίλησε την κάτω από την τρεμάμενη λάμψη της λάμπας του δρόμου ενώ βρέχει, όπως έχεις δει στις ταινίες, υποκρινόμενος ωστόσο ότι η σκηνή δεν έχει και κάποια ιδιαίτερη σημασία. Πήγαινε την στο διαμέρισμα σου και απάλλαξε τον εαυτό σου από τον ψυχαναγκασμό του «κάνω έρωτα». Απλά πήδηξε την. Στη πορεία άσε το βιαστικό συμβόλαιο που υπέγραψες –ούτε που κατάλαβες πως- να εξελιχθεί αργά και βασανιστικά σε σχέση. Βρες κοινά ενδιαφέροντα και θέματα προς συζήτηση όπως το σούσι ή η μουσική. Φρόντισε να κτίσεις γύρω από αυτό ένα πολύ γερό οικοδόμημα, πασπαλισμένο με την αίσθηση της αίγλης του ιερού χώρου στον οποίο καταφεύγεις κάθε φορά που η ατμόσφαιρα μεταξύ σας γίνεται χλιαρή και τα βράδια ατελείωτα. Μην σκέφτεσαι ιδιαίτερα και άσε απλώς τους μήνες να περνούν. Πρότεινε της να συζήσετε και άφησε στην ίδια την ευθύνη της διακόσμησης. Αναλώσου σε ανούσιους καβγάδες τύπου «κλείνουμε την κωλοκουρτίνα στην ντουσιέρα για να μην πιάσει μάκα» και άσε να περάσει ένας χρόνος χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Από εδώ και εμπρός ξεκίνα να παίρνεις χαμπάρι. Στο μυαλό σου στριφογυρνάει η ιδέα ότι είναι μάλλον καιρός να παντρευτείτε, αλλιώς όλη η ιστορία θα είναι χαμένος χρόνος. Κάλεσε την λοιπόν για δείπνο σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο με ονειρική θέα πολύ εκτός των οικονομικών σου δυνατοτήτων. Με μακάριο ύφος ζήτησε από το σερβιτόρο να της φέρει ένα ποτήρι σαμπάνια αφού έχει βάλει μέσα ένα αξιοπρεπές δακτυλίδι. Όταν το προσέξει κάνε της πρόταση με όσο ενθουσιασμό και ειλικρίνεια μπορείς να επιστρατεύσεις. Μην σε νοιάξει ιδιαίτερα αν νοιώσεις την καρδιά σου να χτυπά σαν ταμπούρλο. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν δεν μπορείς να την νοιώσεις καθόλου. Εάν μεσολαβήσει χειροκρότημα κάνε σαν να μην τρέχει τίποτα. Αν κλάψει, χαμογέλασε σαν να είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Αν δεν κλάψει κάνε το ίδιο. Άσε τα χρόνια να περνούν δίχως να δίνεις ιδιαίτερη σημασία. Ασχολήσου με την καριέρα σου, αγόρασε ένα σπίτι, κάνε δύο εντυπωσιακά παιδιά. Προσπάθησε να τα μεγαλώσεις καλά. Σταδιακά μπορείς να αρχίσεις να νοιώθεις αποτυχημένος. Απώλεσε λοιπόν την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου. Κάποιες φορές νοιώσε ευχαριστημένος αλλά κυρίως νοιώσε κενός και ελαφρύς. Κατά την διάρκεια περιπάτων νοιώσε σαν να μην υπάρχει πια επιστροφή ή σαν να είσαι έτοιμος να σε πάρει ο άνεμος. Στο τέλος συμβιβάσου με μια θανατηφόρα ασθένεια και αποδήμησε εις Κύριον αλλά…μόνο αφού έχεις συνειδητοποιήσει ότι με το κορίτσι που δεν διάβαζε η καρδιά σου δεν σκίρτησε ποτέ από οποιοδήποτε πάθος, και κανένας δεν θα γράψει την ιστορία της ζωής σας. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πεθάνει και αυτή μόνο με την αμυδρή και μέτριας έντασης θλίψη ότι η ικανότητα της να αγαπάει έπεσε στο κενό. Κάνε αυτά τα πράγματα, γαμώτο, γιατί τίποτα δεν είναι χειρότερο από ένα κορίτσι που διαβάζει. Κάνε τα, σου λέω, γιατί μια ζωή στο καθαρτήριο είναι καλύτερη από μια ζωή στην κόλαση. Κάνε τα γιατί το κορίτσι αυτό είναι γνώστρια του λεξιλογίου που μπορεί να περιγράψει αυτή την ακαθόριστη δυσαρέσκεια ως μια ανεκπλήρωτη ζωή. Ένα λεξιλόγιο που αναλύει την εσωτερική ομορφιά του κόσμου και την κάνει δυνατή αναγκαιότητα αντί για φαντασιακή αναζήτηση. Το κορίτσι που διαβάζει έχει πρόσβαση σε ένα λεξιλόγιο που μπορεί να διακρίνει μεταξύ της απατηλής και απαθούς ρητορικής κάποιου που δεν μπορεί να την αγαπήσει, και της άναρθρης απελπισίας κάποιου που την αγαπάει πολύ. Ένα λεξιλόγιο που, γαμώτο, κάνει την κενού περιεχομένου σοφιστεία μου ένα φτηνό κόλπο. Κάνε τα γιατί το κορίτσι που διαβάζει κατανοεί σύνταξη. Η λογοτεχνία την έχει διδάξει ότι οι στιγμές τρυφερότητας έρχονται σε σποραδικά αλλά αναγνωρίσιμα διαλείμματα. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι η ζωή δεν έχει γραμμική πορεία, και θεωρεί δεδομένο ότι η παρακμή ρέει στην ίδια κατεύθυνση με την απογοήτευση. Ένα κορίτσι που έχει εμβαθύνει στη σύνταξη του λόγου αναγνωρίζει στις ακανόνιστες διστακτικές παύσεις ανάμεσα σε δύο ανάσες τη φύση του ψέματος. Επίσης, αντιλαμβάνεται τη διαφορά της μεμονωμένης στιγμής θυμού από την μόνιμη συνήθεια κάποιου να είναι πικρός και κυνικός ανεξάρτητα λόγου ή αιτίας· αυτή η συνήθεια θα παραμείνει ζωντανή και όταν έχει πακετάρει τα πράγματα της, έχει αποχαιρετήσει απρόθυμα, έχει αποφασίσει ότι πρόκειται για παύση και όχι για τελεία και…προφανώς θα συνεχίζεται εις τον αιώνα τον αιώνων αμήν. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το συντακτικό που ταιριάζει στο ρυθμό και στους κυματισμούς ενός «αγαθού» βίου. Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει γιατί το κορίτσι που διαβάζει γνωρίζει τη σημαντικότητα της πλοκής, μπορεί να εντοπίσει που τελειώνει ο πρόλογος καθώς και τις αιχμηρές εντάσεις της κορύφωσης. Τις νοιώθει στο πετσί της. Το κορίτσι που διαβάζει θα είναι υπομονετική σε μια διακοπή της δράσης, θα επισπεύσει τη λύση. Μα πάνω απ’ όλα γνωρίζει την αναπόφευκτη βαρύτητα του τέλους. Βρίσκεται στο στοιχείο της. Έχει αποχαιρετήσει χιλιάδες ήρωες με ένα σούβλισμα θλίψης όλο κ’ όλο στην καρδιά. Μην βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που διαβάζει γιατί τα κορίτσια αυτά είναι που αφηγούνται τις ιστορίες. Εσύ και ο Τζόυς, εσύ και ο Ναμπόκοφ, εσύ και η Γουλφ. Εσύ στη βιβλιοθήκη, στο διάδρομο αναμονής του μετρό, στη γωνία του καφέ, στο παράθυρο του δωματίου σου. Εσύ που αιωνίως κάνεις την ζωή μου αφόρητη. Το κορίτσι που διαβάζει έχει βγάλει έξω το τεφτέρι της ζωής της και είναι γεμάτο νόημα. Προσέχει οι αφηγήσεις της να είναι πλούσιες, το υποστηρικτικό καστ χρωματιστό και η γραμματοσειρά έντονη. Εσύ, το κορίτσι που διαβάζει, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι. Αλλά είμαι αδύναμος και θα σε απογοητεύσω, αφού αυτό που έχεις ονειρευτεί είναι καλύτερο από αυτό που είμαι. Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία μιλούσα προηγουμένως. Δεν θα δεχόσουν τίποτα λιγότερο από πάθος, τελειότητα και μια ζωή άξια να αφηγηθεί. Αυτό ήταν. Τελείωσα μαζί σου κορίτσι που διαβάζει. Και μην ξεχάσεις με το επόμενο τραίνο να πάρεις και τον Χεμινγκγουέι μαζί σου. Σε μισώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ σε μισώ. Πηγή: www.lifo.gr
Το κείμενο του Charles Warnke, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τη Σταυρούλα Χρυσοχόου. Γιατί πρέπει να βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει…. Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει. Ανακάλυψε την στη μελαγχολική ζοφερότητα ενός μπαρ του συρμού, ή στο καπνισμένο, ιδρωμένο και αλκοολούχο χώρο ενός club. Όπου και να την βρεις φρόντισε να είναι με το χαμόγελο στα χείλη και σιγουρέψου ότι αυτό γίνεται πλατύτερο όταν η παρέα της στρέφει αλλού την προσοχή της. Στην πορεία, απασχόλησε την με ελαφριά κουβεντούλα, διάλεξε «πεσιματικές» ατάκες χαμογελώντας αμυδρά και με νόημα. Και ενώ η νύχτα μπαίνει για τα καλά οδήγησε την στην πόρτα της εξόδου. Μην δώσεις σημασία στην όποια αβάσταχτη κούραση μπορεί προς στιγμήν να σε λυγίζει. Φίλησε την κάτω από την τρεμάμενη λάμψη της λάμπας του δρόμου ενώ βρέχει, όπως έχεις δει στις ταινίες, υποκρινόμενος ωστόσο ότι η σκηνή δεν έχει και κάποια ιδιαίτερη σημασία. Πήγαινε την στο διαμέρισμα σου και απάλλαξε τον εαυτό σου από τον ψυχαναγκασμό του «κάνω έρωτα». Απλά πήδηξε την. Στη πορεία άσε το βιαστικό συμβόλαιο που υπέγραψες –ούτε που κατάλαβες πως- να εξελιχθεί αργά και βασανιστικά σε σχέση. Βρες κοινά ενδιαφέροντα και θέματα προς συζήτηση όπως το σούσι ή η μουσική. Φρόντισε να κτίσεις γύρω από αυτό ένα πολύ γερό οικοδόμημα, πασπαλισμένο με την αίσθηση της αίγλης του ιερού χώρου στον οποίο καταφεύγεις κάθε φορά που η ατμόσφαιρα μεταξύ σας γίνεται χλιαρή και τα βράδια ατελείωτα. Μην σκέφτεσαι ιδιαίτερα και άσε απλώς τους μήνες να περνούν. Πρότεινε της να συζήσετε και άφησε στην ίδια την ευθύνη της διακόσμησης. Αναλώσου σε ανούσιους καβγάδες τύπου «κλείνουμε την κωλοκουρτίνα στην ντουσιέρα για να μην πιάσει μάκα» και άσε να περάσει ένας χρόνος χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Από εδώ και εμπρός ξεκίνα να παίρνεις χαμπάρι. Στο μυαλό σου στριφογυρνάει η ιδέα ότι είναι μάλλον καιρός να παντρευτείτε, αλλιώς όλη η ιστορία θα είναι χαμένος χρόνος. Κάλεσε την λοιπόν για δείπνο σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο με ονειρική θέα πολύ εκτός των οικονομικών σου δυνατοτήτων. Με μακάριο ύφος ζήτησε από το σερβιτόρο να της φέρει ένα ποτήρι σαμπάνια αφού έχει βάλει μέσα ένα αξιοπρεπές δακτυλίδι. Όταν το προσέξει κάνε της πρόταση με όσο ενθουσιασμό και ειλικρίνεια μπορείς να επιστρατεύσεις. Μην σε νοιάξει ιδιαίτερα αν νοιώσεις την καρδιά σου να χτυπά σαν ταμπούρλο. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν δεν μπορείς να την νοιώσεις καθόλου. Εάν μεσολαβήσει χειροκρότημα κάνε σαν να μην τρέχει τίποτα. Αν κλάψει, χαμογέλασε σαν να είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Αν δεν κλάψει κάνε το ίδιο. Άσε τα χρόνια να περνούν δίχως να δίνεις ιδιαίτερη σημασία. Ασχολήσου με την καριέρα σου, αγόρασε ένα σπίτι, κάνε δύο εντυπωσιακά παιδιά. Προσπάθησε να τα μεγαλώσεις καλά. Σταδιακά μπορείς να αρχίσεις να νοιώθεις αποτυχημένος. Απώλεσε λοιπόν την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου. Κάποιες φορές νοιώσε ευχαριστημένος αλλά κυρίως νοιώσε κενός και ελαφρύς. Κατά την διάρκεια περιπάτων νοιώσε σαν να μην υπάρχει πια επιστροφή ή σαν να είσαι έτοιμος να σε πάρει ο άνεμος. Στο τέλος συμβιβάσου με μια θανατηφόρα ασθένεια και αποδήμησε εις Κύριον αλλά…μόνο αφού έχεις συνειδητοποιήσει ότι με το κορίτσι που δεν διάβαζε η καρδιά σου δεν σκίρτησε ποτέ από οποιοδήποτε πάθος, και κανένας δεν θα γράψει την ιστορία της ζωής σας. Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πεθάνει και αυτή μόνο με την αμυδρή και μέτριας έντασης θλίψη ότι η ικανότητα της να αγαπάει έπεσε στο κενό. Κάνε αυτά τα πράγματα, γαμώτο, γιατί τίποτα δεν είναι χειρότερο από ένα κορίτσι που διαβάζει. Κάνε τα, σου λέω, γιατί μια ζωή στο καθαρτήριο είναι καλύτερη από μια ζωή στην κόλαση. Κάνε τα γιατί το κορίτσι αυτό είναι γνώστρια του λεξιλογίου που μπορεί να περιγράψει αυτή την ακαθόριστη δυσαρέσκεια ως μια ανεκπλήρωτη ζωή. Ένα λεξιλόγιο που αναλύει την εσωτερική ομορφιά του κόσμου και την κάνει δυνατή αναγκαιότητα αντί για φαντασιακή αναζήτηση. Το κορίτσι που διαβάζει έχει πρόσβαση σε ένα λεξιλόγιο που μπορεί να διακρίνει μεταξύ της απατηλής και απαθούς ρητορικής κάποιου που δεν μπορεί να την αγαπήσει, και της άναρθρης απελπισίας κάποιου που την αγαπάει πολύ. Ένα λεξιλόγιο που, γαμώτο, κάνει την κενού περιεχομένου σοφιστεία μου ένα φτηνό κόλπο. Κάνε τα γιατί το κορίτσι που διαβάζει κατανοεί σύνταξη. Η λογοτεχνία την έχει διδάξει ότι οι στιγμές τρυφερότητας έρχονται σε σποραδικά αλλά αναγνωρίσιμα διαλείμματα. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι η ζωή δεν έχει γραμμική πορεία, και θεωρεί δεδομένο ότι η παρακμή ρέει στην ίδια κατεύθυνση με την απογοήτευση. Ένα κορίτσι που έχει εμβαθύνει στη σύνταξη του λόγου αναγνωρίζει στις ακανόνιστες διστακτικές παύσεις ανάμεσα σε δύο ανάσες τη φύση του ψέματος. Επίσης, αντιλαμβάνεται τη διαφορά της μεμονωμένης στιγμής θυμού από την μόνιμη συνήθεια κάποιου να είναι πικρός και κυνικός ανεξάρτητα λόγου ή αιτίας· αυτή η συνήθεια θα παραμείνει ζωντανή και όταν έχει πακετάρει τα πράγματα της, έχει αποχαιρετήσει απρόθυμα, έχει αποφασίσει ότι πρόκειται για παύση και όχι για τελεία και…προφανώς θα συνεχίζεται εις τον αιώνα τον αιώνων αμήν. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το συντακτικό που ταιριάζει στο ρυθμό και στους κυματισμούς ενός «αγαθού» βίου. Βγες ραντεβού με ένα κορίτσι που δεν διαβάζει γιατί το κορίτσι που διαβάζει γνωρίζει τη σημαντικότητα της πλοκής, μπορεί να εντοπίσει που τελειώνει ο πρόλογος καθώς και τις αιχμηρές εντάσεις της κορύφωσης. Τις νοιώθει στο πετσί της. Το κορίτσι που διαβάζει θα είναι υπομονετική σε μια διακοπή της δράσης, θα επισπεύσει τη λύση. Μα πάνω απ’ όλα γνωρίζει την αναπόφευκτη βαρύτητα του τέλους. Βρίσκεται στο στοιχείο της. Έχει αποχαιρετήσει χιλιάδες ήρωες με ένα σούβλισμα θλίψης όλο κ’ όλο στην καρδιά. Μην βγεις ραντεβού με ένα κορίτσι που διαβάζει γιατί τα κορίτσια αυτά είναι που αφηγούνται τις ιστορίες. Εσύ και ο Τζόυς, εσύ και ο Ναμπόκοφ, εσύ και η Γουλφ. Εσύ στη βιβλιοθήκη, στο διάδρομο αναμονής του μετρό, στη γωνία του καφέ, στο παράθυρο του δωματίου σου. Εσύ που αιωνίως κάνεις την ζωή μου αφόρητη. Το κορίτσι που διαβάζει έχει βγάλει έξω το τεφτέρι της ζωής της και είναι γεμάτο νόημα. Προσέχει οι αφηγήσεις της να είναι πλούσιες, το υποστηρικτικό καστ χρωματιστό και η γραμματοσειρά έντονη. Εσύ, το κορίτσι που διαβάζει, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι. Αλλά είμαι αδύναμος και θα σε απογοητεύσω, αφού αυτό που έχεις ονειρευτεί είναι καλύτερο από αυτό που είμαι. Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία μιλούσα προηγουμένως. Δεν θα δεχόσουν τίποτα λιγότερο από πάθος, τελειότητα και μια ζωή άξια να αφηγηθεί. Αυτό ήταν. Τελείωσα μαζί σου κορίτσι που διαβάζει. Και μην ξεχάσεις με το επόμενο τραίνο να πάρεις και τον Χεμινγκγουέι μαζί σου. Σε μισώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ σε μισώ. Πηγή: www.lifo.gr

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Ένας ουρανός γεμάτος αστέρια.


Δεν με χωράει ο τόπος. Νόμιζα πως πεινούσα. Πως διψούσα. Πως νύσταζα. Νόμιζα. Παίρνω τηλέφωνο για να ακούσω μια φιλική φωνή. Δεν μου φτάνει.

Βγαίνω στο μπαλκόνι και με φυσάει αέρας παράλογα δροσερός για την εποχή. Θέλω να φωνάξω μα δεν έχω τι να πω.
Κοιτάζω τα σπίτια γύρω μου, τα περισσότερα σκοτεινά. Εύχομαι να μην πεινάει κανείς μέσα από αυτά τα παράθυρα. Εύχομαι να μην πεινάει κανείς γενικώς. Εύχομαι να ξαπλώνουν όλοι ευτυχισμένοι με ένα χέρι να τους αγγίζει τρυφερά. Εγώ το είχα και το έχασα. Ξέρω πόσο πολύτιμο είναι. Μπορώ να φανταστώ ζευγάρια, πίσω από αυτούς τους τοίχους να συνωμοτούν με τα μάτια μπροστά στο βλαστάρι τους, για να μην καταλάβει την αλήθεια, τον αγώνα τους. Μπορώ να φανταστώ γονείς να στερούνται για να δώσουν το περιττό στο παιδί τους. Τα παιδιά πρέπει να τα κρατήσουμε αθώα. Να μη στερηθούν τα παραμύθια. Εκεί είναι η ελπίδα μας. Εκεί και τα κίνητρα μας.

Κάτι τέτοιες στιγμές θα ήθελα να είχα άλλη μια κρεβατοκάμαρα. Παιδική.
Να έφευγα τώρα από το μπαλκόνι για να δω αν είναι σκεπασμένο. Να έφευγα τώρα, να το έπαιρνα στα χέρια κοιμισμένο και να ξάπλωνα πλάι του. Τους πιο όμορφους ύπνους πλάι σε μωρά τους πήρα. Υπάρχει άδειο σπίτι, όταν υπάρχει παιδί?
Τι είναι όλα αυτά βραδιάτικα? Είναι το περίφημο βιολογικό ρολόι που σκίζομαι τόσο καιρό πως δεν έχω? Είναι η μοναξιά μου? Η μήπως είναι η ανάγκη μου να δημιουργήσω έναν κύκλο καινούριο, μόνο δικό μου? Και πατέρας? Που πας κοπελιά χωρίς πατέρα?

Δεν ξέρω. Αλήθεια. Δεν ξέρω αν γνώρισα ποτέ άντρα που να ήθελα πραγματικά να κάνω τα παιδιά του. Υπήρξαν φορές που αναρωτήθηκα αν κάποια χέρια θα ήταν το ίδιο τρυφερά με τα παιδιά τους. Υπήρξαν φορές που αναρωτήθηκα πόσο καλοί πατεράδες θα μπορούσαν να γίνουν κάποιοι.

Πάντως αν αληθεύει ότι μια γυναίκα υποσυνείδητα αναζητά στο σύντροφο της έναν υποψήφιο πατέρα για τα παιδιά της, εγώ είχα αλάνθαστο ένστικτο. Κάποιοι πρώην μου έχουν γίνει υπέροχοι γονείς. Και είναι ευτυχισμένοι, με ότι δυσκολίες και υποχωρήσεις εμπεριέχει όλο αυτό. Μερικές φορές τους σκέφτομαι και λίγο ζηλεύω. Όχι πως θα ήθελα να είμαι εγώ η μητέρα των παιδιών τους αλλά να, τους ξέρω τόσο καλά, που απλά ξέρω. Ότι το βρήκαν. Αυτό που ονειρευόμασταν μαζί κάτω από ξάστερους ουρανούς. Τι όμορφες εποχές!

Τώρα εκείνοι έχουν αλλάξει προτεραιότητες. Θέλουν ασφάλεια και σφραγισμένες πόρτες για να προστατεύσουν τα πολύτιμα τους. Και εγώ εδώ. Αναπολώ ακόμα, ξάστερους ουρανούς, ψίθυρους και γέλια.
Πως με ζάλιζε ο μαύρος ουρανός γεμάτος αστέρια. Πως με γέμιζε, όταν δίπλα μου είχα τον έρωτα μου. Ας γινότανε και πανηγύρι στα εκατό μέτρα. Τι με ένοιαζε εμένα? Ότι ήθελα το είχα εκεί. Πλάι μου. Πόσα καλοκαιρινά βράδια δεν το σκάγαμε για να αράξουμε σε μια παραλία, σε ένα βουνό για να πάρουμε εκείνο το κομμάτι ουρανό που μας αναλογούσε?

Και κατά ένα παράξενο τρόπο, όσο πιο παλιά πηγαίνω, τόσο πιο καθαροί ήταν οι ουρανοί μου. Χωρίς γιατί, χωρίς αλλά, χωρίς ερωτήσεις και κυρίως χωρίς δεύτερες σκέψεις. Πόσα χρόνια αναρωτιέμαι έχω να το κάνω αυτό. Να το νιώσω? Τρομάζω με το πόσα. Εύχομαι να τον ξαναβρώ. Τον ξάστερο ουρανό. Σύντομα. Το έχω ανάγκη.

Ότι και να συμβαίνει γύρω μας, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την φυσική ροή της ζωής προς την ομορφιά. Ο καθένας από εμάς καλείται μόνο να επιλέξει με ποια ομορφιά θέλει να ζήσει. Δεν πρέπει να χαρίσουμε το κομμάτι του ουρανού που μας αναλογεί. Και εγώ θα βρω το δικό μου. Και μετά είμαι σίγουρη, όλα τα υπόλοιπα θα έρθουν. Μόνα τους. Μαγικά. Όμορφα. Με πατέρα.

                                                                      (Σε κάποιες φίλες μου, που μοιραζόμαστε τις ίδιες ανησυχίες.)


               
                

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

- Φοβάσαι? - Φοβάμαι.

Η φωνή σου μέσα στη νύχτα. Τρυφερή.
''Τελείωσε?'' με ρωτάς. Δεν το σήκωσα ποτέ. Δεν με ρώτησες ποτέ τίποτα. Δεν απάντησα ποτέ.

Μου τελειώνεις. Και εσύ και ο ύπνος. Σηκώνομαι για ένα τσιγάρο, τι νόημα έχει να παλεύω με σεντόνια. Άδεια.
Ανοίγω τα παντζούρια. Αεράκι. Ξυπόλυτη, περιφέρομαι σε ένα άδειο σπίτι, στις τρεις τα ξημερώματα. Βάζω μουσική. Αυτό δεν ήθελα πάντα? Ελευθερία? Είναι άραγε?
Ελευθερία είναι η μήπως μοναξιά?

Εγώ το επέλεξα. Δεν θα πω όχι. Μα δεν μου αφήσανε και πολλές επιλογές. Έφυγα νύχτες. Έφυγα πρωινά. Λυπημένη. Κουρασμένη.
Κουρασμένη. Προσπαθώντας. Να αλλάξω αυτούς που αγαπώ. Γιατί?

Οι άντρες που αγάπησα για μικρό η μεγάλο διάστημα, είναι ένας άντρας. Ο άντρας που αγαπώ εκ γενετής, πριν από την γέννα μου και ίσως και μετά τον θάνατο μου. Όσοι κάποτε αγάπησα, εκείνον μου θύμιζαν και γι' αυτό με τράβηξαν. Άλλοι λίγο, άλλοι πολύ του έμοιαζαν. Στο βαθμό που του έμοιαζαν τους αγάπησα.

Πονάει η αγάπη? Όχι χαζή. Δεν είναι η αγάπη που πονάει. Πονάνε οι λέξεις και τα καμώματα. Ο εγωισμός. Η αγάπη δεν πονάει. Πονάει το φευγιό της. Από μέσα σου.

-Φοβίζει η αγάπη?
-Ναι.
-Τι φοβάσαι?
-Τα πάντα.
-Πιο πολύ?
-Τα αγιάτρευτα.
-Την μοναξιά την φοβάσαι?
-Λίγο.
-Τι άλλο φοβάσαι?
-Ότι θα φύγω και δεν θα (με) έχουν νιώσει.
-Ότι έφυγες?
-Και αυτό.
-Και τι άλλο?
-Πόσο φοβόμουν.
                                                          (και στην Μυρτώ, που μοιράστηκα μαζί της τα πιο τρελά μου όνειρα)

 

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Οι στιγμές


Είναι εκείνες οι στιγμές. Που πριν και μετά από αυτές ήταν όλα διαφορετικά. Ξέρετε, εκείνες οι στιγμές γροθιά στο στομάχι. Σε διπλώνουν.

Δεν φοβήθηκα τίποτα περισσότερο από αυτές τις στιγμές. Το βάθος του χρόνου το διαχειρίζομαι. Το παλεύω με νύχια και δόντια. Μπορώ να πέσω στη μιζέρια του, να κυλιστώ στα σεντόνια μου, να ξύσω τις πληγές και μετά να τις επουλώσω. Μπορώ να μιλήσω γι' αυτό.
Αυτές τις στιγμές όμως τις άξαφνες. Που μπορούν να γκρεμίσουν το σύμπαν μου. Δεν τις αντέχω. Από μικρό παιδί κατάλαβα πως σε μία στιγμή μπορεί να αλλάξει όλη σου η ζωή. Και αυτή η στιγμή έχει μόνο ήχο.

Οι μεγαλύτεροι φόβοι μου σε μια μικρή στιγμούλα επιβεβαιώθηκαν. Οι μεγαλύτερες συμφορές μια στιγμή χρειάστηκαν. Και οι ''δικοί μου'' άνθρωποι σε κάτι τέτοιες στιγμές πήραν την θέση που τους άξιζε. Μέσα μου.

Τα βλέμματα δεν διασταυρώνονται πια. Τα κεφάλια σκύβουν. Τα χέρια δεν βρίσκουν χέρια να αγγίξουν. Οι αγκαλιές μένουν άδειες. Ο καθένας εγκλωβίζεται στη στιγμή του. Μόνος. Ανήμπορος να διαχειριστεί το σαρωτικό του πράγματος. Σε μερικές τέτοιες στιγμές, πήρα τις πιο μεγάλες και γρήγορες αποφάσεις. Αν υπήρχε η δυνατότητα.

Αυτές τις στιγμές τις θυμάμαι μία προς μία. Θα σου μιλήσω για το πριν και το μετά από αυτές. Αυτές μπορεί να στις αναφέρω αδιάφορα. Ποτέ δεν θα σου πω όμως τι σήμαιναν για μένα.
Τις αναγνωρίζω γιατί δεν υπάρχουν λόγια να τις περιγράψω. Τις αναγνωρίζω γιατί όταν τις ζω δεν έχω λόγια να ξεστομίσω. Είτε γιατί δεν έχει νόημα πια, είτε γιατί δεν υπάρχει κάτι να πω. Το νιώθεις πως μετά από αυτό εδώ, όλα θα είναι αλλιώς. Δεν μιλάω. Το μόνο που ακούω είναι τα συντρίμμια που πέφτουν. Ο στιγμιαίος ήχος από το γυαλί που ραγίζει είναι εκκωφαντικός.

Όλες μου αυτές τις στιγμές τις μισώ. Γίνονται οι μελλοντικοί εφιάλτες μου.
Και εγώ χθες το βράδυ πάλι δεν κοιμήθηκα. Πάλι είδα εφιάλτες.


                  

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Κε Καβάφη με προδώσατε.


Καλά είμαι κατά τα άλλα μα να, νιώθω προδομένη. Λυπημένη και μπερδεμένη. Δεν ξέρω πως να το διατυπώσω, μα κε Καβάφη με προδώσατε.

Πάνε είκοσι χρόνια που στις αϋπνίες μου, μικρό παιδί εξερευνούσα την βιβλιοθήκη του πατέρα μου και διάβαζα τα δερματόδετα βιβλία του. Τον Καζαντζάκη δεν τον τελείωνα ποτέ, τον βαριόμουνα. Τον Παπαδιαμάντη τον διάβαζα και του χρωστάω πως κατάλαβα ότι είχα το μητρικό ένστικτο εκ γενετής. Εβδομάδες διάβαζα την Φόνισσα και δεν με χώραγε αυτό που ζούσα μαζί της. Με το Ρίτσο και τον Λειβαδίτη ερωτεύτηκα. Με τον Ελύτη ονειρεύτηκα, με τον Καββαδία ταξίδεψα και με τον Καρυωτάκη έκανα την επανάσταση μου. Ο τελευταίος με πρόδωσε πριν καν τον διαβάσω, μου έδειξε δρόμους που ο ίδιος αρνιότανε να περπατήσει. Μετά τον πρόδωσα και εγώ και ταυτίστηκα με την Πολυδούρη.
Με μας τους δύο όμως κε Καβάφη τι έγινε?

Στο Λύκειο θυμάμαι παράταγα τους έρωτες και τις φίλες μου στο προαύλιο και διάβαζα το ''Μοναχικό κορίτσι''. Πειράγματα, καζούρες. Δεν με πείραζε όμως, το μόνο που με πειράζει τώρα, είναι πως δεν θυμάμαι ποιος το είχε γράψει. Κρίμα που δεν έγραψα ποτέ κάπου ποια βιβλία έχω διαβάσει. Με ποια έβγαλα φτερά και ποια με σημάδεψαν. Μα τους ποιητές τους θυμάμαι σαν φιλαράκια χρόνων κε Καβάφη, τα ποιήματα τα διάβαζα ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια μου, για να ανακαλύπτω κάθε φορά μια καινούρια σκέψη που μου γεννούσαν.

Τι συνέβη με όλα αυτά που μου διδάξατε κε Καβάφη, ήταν ψέμματα με ποιητική αδεία? Γιατί μου μιλήσατε για την Ιθάκη μου κε Καβάφη? Τριαντατρία χρόνια και κάτι, την ψάχνω. Όχι για να πατήσω το χώμα της, μα για να την κάνω σκοπό μου. Υπομονή να ψάχνω έχω, μα θέλω να ξέρω προς τα που να προσανατολιστώ. Και όχι, δεν θέλω να καταλάβω στη στερνή μου ανάσα ποια ήταν η δική μου Ιθάκη, γιατί αν δεν την έχω βρει θα είμαι το πιο δυστυχισμένο πλάσμα του κόσμου που θα αφήνω.

Γιατί δεν με αφήσατε να ζήσω ανέμελα και μου είπατε ότι υπάρχει Ιθάκη κάπου μέσα μου και πως κάποια μέρα θα την βρω? Και αντί να ζω το ταξίδι μου, συνέχεια να αναρωτιέμαι μήπως το ρεύμα με πάει στην Ιθάκη κάποιου άλλου? Και αφού μου είπατε ότι η Ιθάκη μου θα με ολοκληρώσει γιατί όταν την σκέφτομαι δεν γαληνεύω? Για άλλη Ιθάκη ξεκίνησα και σε άλλη θα καταλήξω? Πόσες Ιθάκες μπορεί και να μου αναλογούν τελικά? Αυτά κε Καβάφη, δεν θα με βασανίζανε, αν δεν γνώριζα καν την ύπαρξη της.

Τώρα που σας κατηγορώ βέβαια μπορεί και να αναρωτιέστε τι έκανα εγώ για όλα αυτά. Ότι με συμβουλεύσατε έκανα. Δεν έκλεψα ποτέ, δεν χαρίστηκα και δεν υπάρχει άνθρωπος που πέρασε από αυτό τον πλανήτη να πει ότι του χρωστάω συναισθήματα η υλικά αγαθά. Δεν εξευτέλισα ποτέ ούτε το σώμα μου, ούτε τα συναισθήματα μου και το κυριότερο δεν πρόδωσα ποτέ. Ούτε εμένα, ούτε και κανέναν άλλον. Ίσως μερικά όνειρα μου να θυσίασα σε κάποιους βωμούς, που όμως στις εκάστοτε περιστάσεις για μένα ήταν ιεροί.

Δεν ξέρω όμως, αν συνάδει το γεγονός ότι όταν με πρωτοσυμβουλεύατε, εγώ έκλεινα τα βιβλία και συνέχιζα να ταξιδεύω παραδείγματος χάριν με Σιδηρόπουλο. Και όχι πως θέλω να τον μειώσω σαν μουσικό, ίσα ίσα. Μα πιστεύω πλέον, πως δεν ήταν παρά ένα καλομαθημένο κωλόπαιδο που εξευτέλισε στα πολύ ''γήινα'' τον λόγο της ύπαρξης του και αυτό κάθε άλλο βασιλικό δεν μου μοιάζει πια. Κι ας συνεχίζουν κάποιοι να τον αποκαλούν πρίγκηπα. Θλιβερό από όποια πλευρά και να δεις ιστορίες ζωής σαν αυτήν. Δειλία βλέπεις. Τίποτα άλλο.

Δυστυχώς κε Καβάφη, δεν περιμένω να μου απαντήσετε σε αυτό τον φανταστικό διάλογο μας και εγώ θα συνεχίσω να ψάχνω μπερδεμένη σε κουβάρια. Αλλά και αν μου δινότανε μια ευκαιρία να μιλήσω με κάποιον που έχει φύγει, να ξέρετε πως αυτός δεν θα ήσασταν εσείς.

Θα επέλεγα τον άντρα που με ανάθρεψε. Το βουνό που είχα πάντα πίσω μου. Που τώρα δεν ξέρω αν το ξέρει εκεί που είναι, μα τον έχω πιο ανάγκη από ποτέ.

Θα μας έφτιαχνα έναν ελληνικό καφέ. Θα του έπιανα τα χέρια. Θα κοίταζα μέσα στα πράσινα, γαλήνια μα πάντα χαμογελαστά μάτια του και θα τον ρώταγα ''Πες μου παππού εσύ βρήκες την Ιθάκη σου? Ήτανε μέρος ή ήταν άνθρωποι που επέλεξες να ζήσεις μαζί τους? Μήπως η Ιθάκη σου ήμασταν όλοι εμείς, τα παιδιά σου? Τα δημιουργήματα σου? Η μήπως η Ιθάκη σου ήταν η αξιοπρέπεια που σε χαρακτήριζε πάντα και σου χάριζε ύπνο ελαφρύ χωρίς τύψεις και σε έκανε στα μάτια μου να μοιάζεις με βουνό? Ένα ψηλό, αγέρωχο, γαλήνιο βουνό που στις πλάτες σου κουβαλούσες τις αμαρτίες και τους πόνους όλων μας?''

Ότι και να μου έλεγε, θα τον πίστευα. Ποτέ δεν χωρέσανε ψέματα ανάμεσα μας. Και ίσως είναι ο μοναδικός που είχε τον τρόπο να γαληνεύει την ατίθαση ψυχή μου. Μα δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω. Ποτέ δεν θα μάθω αν την είχε βρει. Και θα μου λείπει πάντα αυτό το κομμάτι από την ιστορία της ζωής μου. Και θα μου λείπει πάντα εκείνος.
Λίγο χρόνο μαζί του θα ήθελα ξανά. Έστω μια ποταπή στιγμή.
Και ας μη μου απαντούσε. Να κοιτάξω μόνο τα μάτια του, να θυμηθώ πόσο ευτυχισμένος ήταν. Θα καταλάβαινα.

Αν κάποιοι από εσάς έχετε ένα τέτοιο βουνό, τρέξτε να το ρωτήσετε. Μη το αφήσετε για αργότερα. Μπορεί να μην υπάρχει αργότερα.
Ο Καβάφης μας έβαλε μόνο τον προβληματισμό, αλλού ήταν η σοφία.


                

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Εκπορνεύομαι

Αυτες οι γυναικες που δεν πληρωσα μου στοιχισαν πιο ακριβα. 
Νικος Καββαδιας.



Εκπορνεύομαι. Με πουλάω καθημερινά και κατ'εξακολούθηση. Με πουλάω φτηνά.
Τελευταία σιχάθηκα και εμένα και αυτούς που με αγοράζουν. Το αντίτιμο μου είναι ψίχουλα. Περάστε κόσμε. Σε όλους περισσεύουν λίγα ψίχουλα, ελάτε να πάρετε.

Τελευταία αισθάνομαι σαν να ζω μια κατάσταση ανταλλαγής. Μπορώ να σου χαμογελάσω αν με κοιτάξεις με το βλέμμα που μου αρέσει. Μπορώ να σε συγχωρέσω αν λυγίσεις για λίγο, τάχα μου πως μετάνιωσες. Μπορώ να γλείψω τις γρατσουνιές που μου έκανες και ύστερα να γλείψω και εσένα. Και όλα αυτά ξανά και ξανά. Ακούραστα.

Εκπορνεύομαι στη δουλειά μου για να μη την χάσω. Εκπορνεύομαι στον εραστή τον ανάξιο για να μπορώ να τον έχω ακόμα. Εκπορνεύομαι στους φίλους μου γιατί δεν μπορώ να χαλάσω τις καρδιές μας. Εκπορνεύομαι.

Μπορώ να φιλήσω χείλη, που όταν μιλάνε αηδιάζω. Να αφήσω να με αγγίξουν χέρια που θέλω να κόψω. Σύριζα. Μπορώ να σε χαστουκίσω με όλη την δύναμη της ψυχής μου και μετά να σε κοιτάξω με λαγνεία και να ξαπλώσω πλάι σου. Να σε ταπεινώσω και να ταπεινωθώ.

Είμαι μία πόρνη της ζωής. Πόρνη. Ξεκάθαρα.
Και επειδή σε αφήνω να με αγοράζεις με ψίχουλα, σε μπερδεύω. Μη γελιέσαι. Είμαι ύπουλη. Ποτέ δεν θα σε ρωτήσω πόσα δίνεις, ποτέ δεν θα σου πω πόσα θέλω. Θα σε καταστρέψω φεύγοντας, για τα ψίχουλα που νόμιζες πως μου έφταναν. Αφήνω εσένα να καθορίσεις την τιμή μου, ώστε να μπορώ να σε διαλύσω μετά για τους λάθος υπολογισμούς σου.

Νομίζεις πως δεν θα σου στοιχίσω? Το Ταζ Μαχάλ πιο φτηνά θα σου κόστιζε. Όχι στην τσέπη, στην ψυχή. Φεύγοντας.
Λίγο πριν φύγω όμως θα ξαπλώσω για μια ακόμα φορά, εκεί κάτω, στο χαλάκι σου. Θα γουργουρίσω σαν ευχαριστημένη γατούλα και μόλις σε δω ευχαριστημένο, θα μπήξω τα νύχια μου τόσο βαθιά μέσα σου, που θα μείνουν εκεί για πάντα. Να τα έχεις να με θυμάσαι και να πορεύεσαι. Έτσι και αλλιώς θα βγάλω άλλα.

               
                  

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Γιαλαντζί ντολμάς


Τέσσερις ώρες. Ολόκληρες. Τόσες μου πήρε για να ετοιμαστώ.
Άδειασα όλη μου την ντουλάπα. Τα φόρεσα όλα, με διάφορους συνδυασμούς για να καταλήξω σε αυτά που σκεφτόμουν μέρες τώρα για πιο κατάλληλα.
Χτένισα τα μαλλιά μου και μετά ξαναλούστηκα. Ορκίζομαι σε ότι έχω ιερό μπορώ με αυτά τα δάχτυλα να ζωγραφίσω έναν τοίχο με ραπιδογράφο αλλά είναι εντελώς άχρηστα όταν πάνε να ασχοληθούν με τρίχες. Τρία τέταρτα έκανα να βαφτώ και τελικά τα μάτια μου έμοιαζαν με μάτια κατεψυγμένου μπαρμπουνιού. Ξέρετε, εκείνο το βλέμμα το εξόφθαλμο. Το κραγιόν πολύ κόκκινο. Ξέφυγε και λίγο. Άντε, πάλι απ' την αρχή. Τρέχω πάνω κάτω στο σπίτι και ψάχνω εκείνα τα υπέροχα σκουλαρίκια, δεν θα τα βρω. Το σπίτι μοιάζει με την Γκουέρνικα. Βομβαρδισμένη, όχι πριν. Θα γκρινιάξει πάλι όταν γυρίσουμε.
Λοιπόν, με τσεκάρω την ώρα που φοράω τις γόβες μου, εκείνες που στο μισάωρο μου κόβουν τα πόδια. Αποτρίχωση, μανικιούρ, πεντικιούρ, μαλλιά, μακιγιάζ, ντύσιμο όλα οκ. Προσπαθώ να χωρέσω στο μικροσκοπικό τσαντάκι όλα μου τα υπάρχοντα, γαμώτο τα θέλω όλα και ας μην έχω πάει ποτέ στη ζωή μου να φρεσκαριστώ.

Το ταξί αργεί, η εκδήλωση έχει πόρτα. Αγχώνομαι. Όχι αρκετά όμως για να μην ξανά ανέβω στο σπίτι, που πας κοπελιά χωρίς άρωμα? Ο δρόμος έχει πολύ κίνηση, το κινητό χτυπάει και ο καλός μου αγχώνεται αν θα προλάβω. Κατεβαίνω στην αμερικάνικη πρεσβεία και το κόβω με τα πόδια.

Με την μαύρη μου τουαλέτα, σαν από άλλο πλανήτη, περπατάω γρήγορα δίπλα στην κίνηση. Πειράγματα, κορναρίσματα, σκουντουφλώ. Τελευταία στιγμή το έσωσα. Με φαντάζομαι να πέφτω και να σαβουριάζομαι και κρυφογελώ. Να φεύγουνε τσαντάκια στον αέρα, τι γελοίο που θα ήταν με όλη αυτήν την παρέλαση από αυτοκίνητα σταματημένα δίπλα μου.

Επιτέλους φτάνω. Που είναι η πόρτα τώρα, σύνελθε μπροστά σου είναι, σκέφτομαι. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Θέλω να δω την αντίδραση του όταν με δει. Δεν με έχει ξαναδεί τόσο περιποιημένη. Όχι ο καλός μου, ο άλλος. Με κοιτάζει καθώς ανεβαίνω τις σκάλες. Πατάω λίγο φόρεμα. Υποδέχεται τον κόσμο. Πλησιάζω από το πλάι και πριν του σκάσω το φιλί στο μάγουλο του λέω ''Σου πάει το ροζ'' και εξαφανίζομαι.
Τελειώνει η εκδήλωση και δεν ξέρω που είναι. Θα τον δω στη δεξίωση.

Σκανάρω τον χώρο, τα βλέμματα μας διασταυρώνονται συνέχεια. Μετά από μία περιπλάνηση στην αίθουσα που την λες και χορευτική πιρουέτα, έρχεται κοντά μου. '' Τι κάνεις, πετάς μια κουβέντα και εξαφανίζεσαι έτσι''. Ίσα που προλάβαμε να πούμε δυο κουβέντες και χαμογελώντας με ένα αστείο του, το βλέμμα μου πέφτει πάνω στον καλό μου που πλησιάζει. Πως το κατάφερνε αυτό, ποτέ δεν κατάλαβα. Να με αφήνει να διασκεδάζω ένα ολόκληρο βράδυ μόνη μου και μόλις με πλησιάσει ο άλλος, να βρίσκεται δίπλα μου σαν τον αστυνόμο Σαΐνι.

Απορρίπτει, διακριτικά πάντα, την πρόταση του άλλου για την συνέχεια της βραδιάς λέγοντας ότι έχει κλείσει τραπέζι σε ένα πανάκριβο αγαπημένο μου εστιατόριο. Εγώ γιατί το μαθαίνω τώρα, αναρωτιέμαι και πάω να σκάσω από το κακό μου. ''Μήπως μωρό μου να ακολουθήσουμε την παρέα?'' τον ρωτάω επιστρατεύοντας όλη την γλύκα μου. Μέσα σε πέντε λεπτά έχει δημιουργήσει μία δεύτερη παρέα να μας ακολουθήσει.

Οδηγεί με κατεύθυνση το μαγαζί. Ψάχνει το χέρι μου με το δικό του. Εγώ είμαι κρυφά θυμωμένη μαζί του. Τι τύψεις που έχω. Γυρνάω, του χαμογελάω και του χαϊδεύω τον σβέρκο, ξέρω πόσο του αρέσει. Ξέρω επίσης πως δεν είναι χαζός. ''Είσαι τόσο όμορφα ντυμένη σήμερα που ήθελα να πάμε κάπου πιο καλά'' μου λέει. Τι είπα, χαζός? Κάθε άλλο.
Κοιτάζω έξω τα φώτα της πόλης και αναρωτιέμαι γιατί έκανα τόσο κόπο για να αρέσω τόσο πολύ σε έναν άλλον άντρα. Λες και την επόμενη φορά που θα με δει, δεν θα φοράω τζιν και φλατ μπότες με τα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά  και χωρίς ίχνος μακιγιάζ. Τελικά ποιον κοροϊδεύω, εμένα, τον άνθρωπό μου η τον άλλον? Τόσος κόπος για να σαγηνεύσω έναν άντρα που θέλει από εμένα την επιβεβαίωση ότι απλά μπορεί. Πόσο αστεία είμαι. Με αναστατώνει.

Προσπαθώντας να βγάλω το μακιγιάζ μου και φορώντας ένα τεράστιο μακό μπλουζάκι, κοιτάζω στον καθρέφτη τα απομεινάρια της μπογιάς. Εκείνη την στιγμή, στριφογυρίζουν όλα στο μυαλό μου. Σήμερα ήμουν ένας γιαλαντζί ντολμάς. Ένας ωραιότατος περιποιημένος ντολμάς. Έχει και αυτός την νοστιμιά του δεν λέω, αλλά δεν παύει να είναι γιαλαντζί. Σκέφτηκα καθώς κατευθύνομαι στο κρεββάτι μας και παίρνω μια μεγάλη αγκαλιά τον έρωτα. Τον υπαρκτό. Όχι τον γιαλαντζί.

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Mάσκα δεν έχω να γυρνώ, στο καρναβάλι ετούτο



Μάλωσε με μάνα. Μάλωσε με, μα όχι μη μου κακιώνεις. Μη μου κακιώνεις για όσα κατάφερα και όσα δεν μπόρεσα.
Για όλα αυτά, που όταν με κράταγες δικό σου σπόρο στην αγκαλιά, ονειρεύτηκες για μένα.
Προσπάθησα ξέρεις, να γίνω αντάξια των προσδοκιών σου, μα πιο πολύ των δικών μου.
Τα ταξίδια δεν είναι μοναχικά και εγώ δεν βρήκα αντάξιους συνοδοιπόρους. Γνώρισα πολλών ειδών συνταξιδιώτες. Κάποιοι ήταν δειλοί και δεν πέταξαν ποτέ μαζί μου. Άλλοι γεμάτοι μίσος απέναντι στο θαύμα που λέγεται ζωή.

Προσπάθησαν να με αλλάξουν μαμά.

Φίλοι με πρόδωσαν, άντρες με απαρνήθηκαν, συγγενείς δεν με επέλεξαν. Είδα πολλά μάτια. Μάτια με μίσος, μάτια αγαπημένα, μάτια αδιάφορα, μάτια ερωτευμένα και μάτια που έλεγαν ψέματα.
Αυτός ο κόσμος είναι άδικος, σε προσπερνάει, απλά. Προσπαθείς να δείξεις την αξία σου μέχρι να καταλάβεις ότι δεν άξιζε καν η προσπάθεια. Οι άνθρωποι είναι γεμάτοι πάθη, αρρωστημένα πάθη.
Μερικοί είναι ανυπόφορα μικρούλιδες.

Με λάθος αξίες γεννήθηκα. Δεν έχει θέση ανάμεσα τους η αξιοπρέπεια. Δεν έχει θέση ανάμεσα τους η εκτίμηση. Θεριά διψασμένα για πόνο κατάντησαν οι άνθρωποι.
Ανθρωποειδή με συναισθηματική αναπηρία. Το ξέρουν? Δεν τους νοιάζει. Όσο ο μικρόκοσμος τους κινείται γύρω τους αισθάνονται σπουδαίοι. Ένα κλουβί ο κόσμος τους και εγώ ενοχλητικό έντομο σπάω τα φτερά μου στα κάγκελα τους. Μια αγκαλιά ονειρεύτηκα για κόσμο εγώ.

Με αποκαλούν γραφική, συναισθηματική, ονειροπόλα.
Ναι, είμαι όλα αυτά και βούτηξα με πάθος στα πιο σκοτεινά νερά της ψυχής μου για να τα κερδίσω. Και μάντεψε μαμά, βγήκα καθαρή από τα πιο σκοτεινά σκοτάδια.

Πονάει η διαδρομή προς τον πάτο, μα αυτό που αξίζει τελικά να θυμάμαι είναι ότι πάντα υπάρχει πάτος. Και όταν φτάσεις εκεί εξαντλημένος, μια σοφία σαν από άλλο κόσμο πλαισιώνει την ματιά σου. Από τότε και για πάντα. Πως να διακρίνουν οι άνθρωποι αυτή τη διαφορά σε ένα βλέμμα?
Πρώτα πρέπει να αδειάσεις τελείως απ' ότι καλό έχεις μέσα σου. Αυτό σημαίνει ότι το δίνεις όλο. Ποιος αντέχει? Το κενό που μένει, έχει βάρος ασήκωτο. Σε τραβάει κάτω. Έπιασα πάτο μαμά. Αλλά από εκεί, έχει μόνο πάνω. Και τώρα που το ξέρω, νιώθω ευλογημένη που αξιώθηκα να μάθω ότι το καλό μου δεν τελειώνει. Ποτέ.

Ονειρεύομαι και ξεχνιέμαι. Αυτή είμαι εγώ.
Πικραίνεσαι πολλές φορές για μένα. Το ξέρω. Μα κάθε χαραυγή ξαναγεννιέμαι. Μη μου μετράς τις χαραυγές μου, μόνο δώσε μου την ευχή σου να ξεχνιέμαι στις περισσότερες από αυτές. Και συγχώρα με.
Συγχώρα με που δεν αντέχω τα μικρά. Συγχώρα με, που πιστεύω ακόμα ότι δυο χέρια ενωμένα καθιστούν συμμορία, με μια δύναμη που δεν τελειώνει. Αυτό ψάχνω πάντα και δεν μπορώ να συμβιβαστώ. Συγχώρα με που τήρησα κατά γράμμα τις αξίες που διδάχτηκα. Συγχώρα με που έμεινα ακέραιη κι ας ξέρω πως αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος.


Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου


Μάσκα δεν έχω να γυρνώ στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ της θάλασσας την πονηριά και της σιωπής τον πλούτο.
Βάρα καλή, βάρα γερή μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νοιώσει η γαλαρία του χαρτοπόλεμου τη βία.
Σκουπίδι η σκέψη την πετώ τη λογική απαρνιέμαι,
μ' ένα σαράκι αρμένικο για δρόμους που δε θέλησα στις χαραυγές ξεχνιέμαι.
Βάστα το νου, βάστα το νου, να μην γκρινιάξει του καιρού
πού 'φτιαξε με τον πόνο κλίκα και τσιγκουνεύεται στη γλύκα


Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Προσοχή, κυκλοφορούν λύκοι ανάμεσα μας.


Προσοχή, κυκλοφορούν λύκοι ανάμεσα μας. Όχι πως θέλω να υποτιμήσω τα ζωντανά, τι μου φταίνε τα έρημα που η φύση τα αναγκάζει στην λεηλασία και στην αρπαγή για να επιβιώσουν.

Το καλό και το κακό το έχουμε όλοι μέσα μας. Ποιο υπερισχύει όμως στον καθένα από εμάς με φοβίζει. Σιχάθηκα.
Σιχάθηκα τους τοξικούς ανθρώπους. Σιχάθηκα τα καμώματα τους. Σιχάθηκα και εμένα που έδωσα αξία σε τέτοιες συμπεριφορές.
Συμπεριφορές ακατανόητες. Σε όλα τα μήκη, τα πλάτη και τα είδη των ανθρώπινων σχέσεων. Σε ανάγκες αχόρταγες, που θα σου πιουν και την τελευταία στάλα φιλότιμου που επιστράτευσες για να τις καταλάβεις.
Κυκλοφορούν άνθρωποι ανάμεσα μας που δεν ξέρουν ότι είναι κακοί. Αναρωτιέμαι ποιος ορίζει ότι κάποιος είναι κακός. Σαφέστατα ο ίδιος. Εκείνος είναι, που με την συμπεριφορά του σου ξυπνάει από ένστικτο τον φόβο και την απειλή. Τις πιο πολλές φορές σε φέρνει και σε αμυντική κατάσταση.

Μπορεί να αγαπηθούν αυτοί οι άνθρωποι? Εννοείται. Για άλλους, δικούς σου ακατανόητους λόγους που θα ανάγκαζαν τον Φρόυντ να πετάξει στην πυρά όλα τα βιβλία του.
Αγαπάνε αυτοί οι άνθρωποι? Δεν ξέρω. Ίσως τον εαυτό τους και μόνο. Τα μεγαλύτερα ''εγκλήματα'' τα δικαιολογούν με ένα τεράστιο ''Εγώ έχω (είχα) ανάγκη.....''. Η μεγαλύτερη μπούρδα που θα σου πει κάποιος για να δικαιολογήσει τα αίσχη του.

Υπάρχουν άγραφοι νόμοι ηθικής αν τους ξέρεις. Σε γαργαλάει η ικανοποίηση σου και μόνο έτσι? Αν την ανάγκη, να ικανοποιούν τα πάθη τους και μόνο, την είχαν και οι γονείς σου τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα υπήρχες? Και αν υπήρχες θα ήσουν έτσι?

Βλέπω κακομαθημένους γύρω μου. Με μία ορμή για εκμετάλλευση. Δεν φοβάμαι την ορμή τους, φοβάμαι ότι δεν έχουν όρια. Φοβάμαι ότι εξαντλούν την εξυπνάδα τους στο πως θα καταφέρουν κάτι. Όχι κάτι μεγάλο, ένα όνειρο ζωής. Κάτι μικρό, που θα τους ικανοποιήσει πρόσκαιρα αδιαφορώντας για τα συντρίμμια που αφήνουν στο διάβα τους.

Αυτούς φοβάμαι. Όχι τους ανάξιους. Αυτούς που δεν έχουν αξίες.

            
              


Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Η συμφορά



Άυτή η συμφορά δεν έχει αιτία, ούτε λόγο, μόνο ξυπνάει σαν αγρίμι από χειμερία νάρκη. Κι αν είναι ο χειμώνας που φεύγει και την ξυπνάει, τότε εσύ για ποια καλοκαίρια μου μιλάς?
Τα καλοκαίρια τα αλμυρά από τη θάλασσα η είναι τα δάκρυα που κυλούν και καταλήγουν αλμυρό φαρμάκι στα χείλη?

Η συμφορά αυτή δεν έχει λόγο, ούτε προειδοποιεί. Δεν αφήνει ίχνη για να ξέρεις από που ήρθε. Και γιατί ρε γαμώτο διαλέγει την δική σου ψυχή για να πνίξει με αγκάθια το θετικό, το απλό.
Έχεις νιώσει ποτέ το ίδιο σου το αίμα, ζεστό να αναβλύζει και να φτάνει σαν κομπος στον λαιμό? Να είναι άραγε αυτό η πίκρα στο στόμα?

Εντέλει να'ναι συμφορά η μπερδεμένα κουβάρια που πνίγουν το μυαλό σου και δυναστεύουν το σώμα που το φιλοξενεί.
Κι εσύ χαμογελάς ειρωνικά. Είναι η ειρωνία της άγνοιας η της βλακείας που μπορεί να κάνει κάποιον τόσο υπερόπτη?

Και ύστερα έρχονται οι μέρες εκείνες που αφήνουν την καταιγίδα πίσω. Μα μέσα στην ανεμελιά υπάρχει ένα ρολόι ανύπαρκτο, που μετράει τις μέρες ως την επόμενη. Γιατί αν ζήσεις μια φορά την καταιγίδα, ξέρεις. Ξέρεις και δεν μπορείς να χαμογελάς ειρωνικά. Ούτε από άγνοια, ούτε από βλακεία. Ανόητε.


                 

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Γυναίκες singles άνω των τριάντα


Σιγά μη ξυπνάω σαν διαφήμιση. Τα μάτια μου είναι μαύρα από το χθεσινοβραδινό smokey eyes. Το έχω προσέξει, το άλλο πρωί είναι πιο sexy. Πρώτα βάζω μουσική και μετά φτιάχνω καφέ. Η μουσική εδώ, παίζει όλη μέρα.
Έχετε δει ποτέ εργένισσα μόνη στο σπίτι της? Ούτε πρόκειται να δείτε. Είμαστε απόλαυση.

Χορεύω συνέχεια. Την ώρα που στρώνω τα καθαρά μου σεντόνια, η λίστα μου παίζει That's life με τον Sinatra και εγώ μόνο με το κιλοτάκι χορεύω σαν καμπαρετζού γύρω και πάνω στο κρεββάτι μου. Όχι δεν το έχεις δει ποτέ αυτό και ούτε πρόκειται. Ίσως αν είσαι ο απέναντι και οι κουρτίνες μου είναι ανοιχτές. Και ένα μυστικό, όταν θα παίξει το Let's never stop falling in love πάντα καταλήγω μπροστά στο καθρέφτη για να βεβαιωθώ αν τους κουνάω ακόμα καλά. Τους γοφούς ντε.

Καφρίλες στο δικό μου σπίτι γίνονται, μόνο οι δικές μου. Άγραφος νόμος για γυναίκες. Στον καναπέ μου, ναι σ' αυτόν που δεν σε αφήνω να κάτσεις ποτέ χωρίς ριχτάρι, εγώ ξαπλώνω γυμνή. Και μόνο εγώ.
Και όταν με βλέπεις εκθαμβωτική έξω, δεν σημαίνει ότι το σπίτι που άφησα πίσω είναι για φωτογράφιση. Δεκάρα δεν δίνω. Και όταν μου χτυπάς το κουδούνι, καθυστερώ να σου ανοίξω γιατί ψάχνω και μαζεύω βγαλμένα σουτιέν, πάνω από τραπεζάκια και ανάμεσα από τα μαξιλάρια του καναπέ.
Στο δικό μου σπίτι το τηλέφωνο μπορεί να χτυπήσει δύο τα ξημερώματα. Από λίγους καλούς φίλους και μόνο. Δεν υπάρχει ωράριο ύπνου, αν κοιμάμαι απλά δεν θα με βρει κανείς. Στα σεντόνια μου ξαπλώνουν οι εκλεκτοί. Και δόξα το θεό και κάποιοι δυο τρεις φίλοι που θα έρθουν στις τέσσερις το πρωί γιατί δεν είμαι καλά και θέλω μια ανάσα να ακούω, τίποτα άλλο. Πάντα να ξέρεις έχουμε τέτοιους φίλους. Ευτυχώς.

Φτιάχνω καφέ λοιπόν και παίρνω τηλέφωνο. Θα πω για το χθεσινό βράδυ και μην έχεις αυταπάτες, ποτέ οι γυναίκες δεν λέμε λεπτομέρειες, εκτός και αν είναι κάτι αστείο, καταλαβαινόμαστε αλλιώς. Ποτέ δεν ξέρουμε τι κάνει η φίλη μας στο κρεββάτι της, μα την έχουμε σε μεγάλη υπόληψη, γι' αυτό πρόσεξε τα λόγια σου.

Όταν με βλέπεις έξω με τη κοριτσοπαρέα μου, ξέχνα τα κλισέ ότι μιλάμε για νύχια. Είμαστε σκληρές η μία με την άλλη και δεν χαϊδεύουμε ποτέ τα αυτιά μας. Τις πιο σκληρές αλήθειες, μου τις έχουν πει οι φίλες μου. Με αγαπούν.
Και δεν τσακωνόμαστε. Ποτέ. Μαλλιοτραβήγματα υπάρχουν μόνο στις ταινίες.
Και μάθε μια αλήθεια, όταν βγαίνουμε μόνες, αν σε προσέξουμε θα είναι γιατί θα είσαι κάτι πολύ ιδιαίτερο. Η προσοχή που θα σου δώσουμε όμως θα είναι ένα βλέμμα με νόημα για να σε πάρουν γραμμή και οι υπόλοιπες. Μέχρι εκεί.

Και ποτέ δεν γινόμαστε αγέλη όπως οι άντρες. Οι άντρες μέσα σε μια παρέα έχουν ομοιομορφία και αν κάποιος αρχίζει να παρεκκλίνει, τον αποβάλλουν αυτόματα.
Εμείς ήμασταν όλες διαφορετικές από την αρχή. Το μόνο κοινό μας είναι η φωνή της ηθικής μας. Τίποτα άλλο. Αυτή η διαφορετικότητα, μας κάνει μια πολύχρωμη παρέα, μα συμπληρώνουμε τόσο καλά η μία την άλλη. Και ας τελειώσει πια η αηδία ότι δεν υπάρχει φιλία ανάμεσα στις γυναίκες. Ίσα ίσα, υπάρχει εκτίμηση, βαθιά κατανόηση και χαρά για τα κατορθώματα μας. Και αγαπιόμαστε. Ουσιαστικά. Στην πορεία της ζωής ίσως αναγκαζόμαστε να αλλάζουμε έργο, μα για τις φίλες μας πάντα θα υπάρχει ρόλος.

Τους φίλους άντρες δεν τους μοιραζόμαστε. Τους βλέπουμε μόνες. Η κάθε μία από εμάς έχει τους δικούς της. Εξίσου πολύτιμοι. Είναι η αντρική άποψη στην ζωή μας. Ποτέ δεν θα καταλάβεις τι μας δένει μαζί τους και το πιο πιθανό είναι να μη τους γνωρίσεις ποτέ.

Είναι όλα ρόδινα στη single ζωή μου? Όχι, μα έχω δει και το αλλιώς και προς το παρόν την απολαμβάνω όσο τίποτα. Θες να μου την αλλάξεις? Αν θέλω και εγώ, ίσως μπορέσεις. Μα πριν προσπαθήσεις να μου μάθεις πως θα πρέπει να καθαρίζω το πορτοκάλι μου, να ξέρεις ότι έχω καταλήξει στον τρόπο που μου αρέσει.

Φτιάχνω τελικά εκείνον τον καφέ. Τώρα παίζει το Black wonderful life. Θα πάρω το βιβλίο μου και θα ανάψω το πρώτο τσιγάρο, το καλύτερο. Το πλυντήριο πλένει ρούχα. Ο νεροχύτης θα καθαριστεί αργότερα. Η ματιά μου πέφτει στα κυπελάκια μπογιάς και τα πινέλα πάνω στο τζάκι. Πρέπει να τελειώσω την ζωγραφιά πριν στεγνώσουν οι μπογιές. Αυτό που νομίζετε πως μια εργένισσα κάνει τις δουλειές τις με τσεμπέρι στο κεφάλι και ασταμάτητα είναι πλάνη. Όχι, είμαστε τόσο νωχελικές που βγάζουμε κάτι αισθησιακό. Γιατί? Γιατί απλά μπορούμε.

Σε λίγο θα αρχίσω να πεινάω. Στο δικό μου σπίτι δεν μαγειρεύουμε προκαταβολικά. Εδώ μαγειρεύουμε όταν πεινάμε. Και τα ντουλάπια μου είναι γεμάτα από λιχουδιές περίεργες. Μπορεί να μην έχω ψωμί αλλά έχω γάλα καρύδας. Απολαμβάνουμε το φαγητό και το κρασί σαν ένα καλό sex. Υπάρχει τρόπος και σε αυτό.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Πρόταση για ρακιές και φαγητό. Έτσι και αλλιώς δεν έχω όρεξη να μαγειρέψω.
Εκείνο ο έρημος ο καφές θα μείνει μισός. Πάω να γίνω όμορφη. Σιγουρεύομαι ότι τα λίγο μουτζουρωμένα μάτια από χθες είναι πιο λάγνα έτσι και φεύγω.
Το πλυντήριο μπορεί να τελειώσει και μόνο του.


                


Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Η αγάπη συγχωρεί και εξημερώνει, μην την μπερδεύουμε με την αξιοπρέπεια.




Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων; Οι καλοί και οι κακοί; Αυτοί που αξίζουν και οι ανάξιοι; Τα θύματα και οι θύτες; Οι επιπόλαιοι και οι συνειδητοποιημένοι;
 Όλοι σχεδόν θυμόμαστε τους γονείς μας να μας διδάσκουν σαν παιδιά να είμαστε καλά και αντίστοιχα μεγαλώνοντας να μας προτρέπουν να γίνουμε σκληροί και ανταγωνιστικοί για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε.

Έχουμε έρθει κατά καιρούς όλοι μας σε επαφή με τοξικούς ανθρώπους. Αρπακτικά, που προκειμένου να επιβιώσει αλώβητο το εγωιστικό τέρας, που με επιμέλεια συγκατοικεί με τα εγκεφαλικά τους κύτταρα, είναι ικανοί να τσαλακώσουν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια και να περάσουν σαν οδοστρωτήρας από την ζωή σου. Σαν να μην έχεις καμία αξία.
Εκεί είναι και η κόκκινη γραμμή μας. Που συνειδητά η ασυνείδητα καλείται ο καθένας από εμάς να την προστατέψει. Άλλοι το καταφέρνουν και άλλοι όχι.

Πολλοί από αυτούς που δεν το κατάφεραν, επικαλέστηκαν την φιλία, τον έρωτα, την αγάπη!
Τι όμορφη λέξη....αγάπη.  Μη την επικαλούμαστε χωρίς λόγο και αιτία.
Αγαπώ σημαίνει μπήκα στον κόπο να σε γνωρίσω. Πολλές φορές με ξενύχτησε η σκέψη σου, μπήκα στη θέση σου, είδα τις πληγές σου (μερικές τις έχω και εγώ) και τις αγάπησα και αυτές.

Σε ανέλυσα και είδα φόβους που δεν παραδέχεσαι. Αγάπησα τις αδυναμίες σου γιατί και αυτές είναι η μοναδικότητα σου. Αγαπώ τον μοναδικό σου τρόπο, σε κοιτάζω στα μάτια και αγαπώ τις σωματικές αντιδράσεις σου.
Αγαπώ σημαίνει σε σέβομαι. Σε θαυμάζω, για τα μικρά η μεγάλα επιτεύγματα σου, για ανόητα μικρά πράγματα που δεν έχεις ιδέα. Αγαπώ την περπατησιά σου, την φωνή σου, τα πράγματα που αγγίζεις. Μπορώ να κλείσω τα μάτια μου και να φέρω λεπτομέρειες από το σώμα σου, εκεί, ολοζώντανες μπροστά μου. Μπορώ να σε μυρίσω και να σε ακούσω ανά πάσα στιγμή.

Αγαπώ τα χέρια σου....παράξενο και όμως τα λατρεύω....αυτά έχω ανάγκη να με αγγίξουν με χίλιους δύο τρόπους.  Να μου χαϊδέψουν τα μαλλιά όταν έχω ανάγκη από παρηγοριά. Να με κλείσουν μέσα τους όταν θέλω ασφάλεια. Να με κρατήσουν όταν κάνω λάθη. Απλά να με αγγίζουν όταν δεν υπάρχουν λόγια για να χρησιμοποιήσει κανείς. Να μου κρατάνε τα δικά μου χέρια. Να με συνεφέρουν από τους παροξυσμούς μου. Γραφική η αγάπη; Όχι αν σκεφτεί κανείς ότι τα χέρια της μάνας κάνουν θαύματα...και αυτό αγάπη είναι, άλλου είδους, αλλά αγάπη.

Αγαπώ σημαίνει θέλω να χαίρεσαι και να γελάς και αν περνάει από το χέρι μου να ευτυχείς. Αγαπώ σημαίνει σου δίνω την μπουκιά από το στόμα μου όχι γιατί πεινάς, μα γιατί θέλω να γευτείς ότι γεύομαι. Αγάπη είναι σε καμαρώνω, σε υπερασπίζομαι και πηγαίνω κόντρα σε όλα, γιατί μόνο εγώ που αγαπώ ξέρω. Και αυτή η γνώση είναι κινητήρια. Όταν σε αγαπώ θέλω να έχεις πρόσβαση στη ζωή μου και στο σώμα μου.
Και εκεί είναι η κόκκινη γραμμή που σε αφήνω να περνάς, δεν με τσαλαπατάς, σε αφήνω να έχεις πρόσβαση γιατί το έχω ανάγκη. Δεν είναι η έλλειψη αξιοπρέπειας που έχω, είναι η θέση που έχεις στην καρδιά μου. Τα δικά μου συναισθήματα είναι που σε κάνουν μοναδικό στην δικιά μου ζωή. Δεν τυχαίνει, το επιλέγεις. Έχεις φανταστεί ποτέ μάνα να μην αγκαλιάζει το παιδί της επειδή έκανε μια βλακεία; Η αγάπη συγχωρεί και εξημερώνει, μην την μπερδεύουμε με την αξιοπρέπεια.

Αγαπώ σημαίνει είμαι εδώ και σε παρηγορώ όταν πέφτεις και ματώνεις τα γόνατα σου και όσο και αν προσπάθησα να σε προφυλάξω, να μη σου πω ''εγώ στα έλεγα''.

Δεν έχει πόνο όλο αυτό; Σαφώς. Μα γιατί να προστατευόμαστε από την ζωή; Όταν δεν θέλουμε να πονάμε, φοβόμαστε να ζήσουμε.
Κανείς δεν μας λέει, πως πραγματικά είναι η ζωή. Κανείς δεν μας λέει, ότι η ζωή είναι χαρά και γέλιο, μαγεία και θαύμα, ακόμα και έκσταση. Κανείς δεν μας λέει, ότι η ζωή μπορεί είναι πόνος και στεναχώριες, απελπισία και δάκρυα.

Δεν ξέρω για τους άλλους, εγώ όμως δεν θέλω να χάσω τίποτα. Θέλω να αγκαλιάσω την ζωή, θέλω να γνωρίσω τα πάντα.
Δεν είναι δυνατόν να περάσει η ζωή μου και να μην ξέρω τι θα πει κλάμα. Γι' αυτό έχω τους δακρυϊκούς πόρους. Αν δεν ήμουν φτιαγμένη για να κλαίω δεν θα τους είχα. Δεν είναι κακό να κλαίει κανείς. Τα μάτια σου βλέπουν πιο καθαρά μετά.....

 

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Οι άνθρωποι δεν είναι δέντρα


Κάπου διάβασα πως οι άνθρωποι δεν είναι δέντρα και μου άρεσε τόσο πολύ που αποφάσισα να γράψω κάτι γι' αυτό.
Το αποτέλεσμα ήταν να γράφω και να σβήνω προτάσεις συνέχεια. Δεν έβρισκα μια ολοκληρωμένη πρόταση που δεν αναιρούσε την προηγούμενη.

Μα πως γίνεται να μην μπορώ να γράψω για κάτι που το πιστεύω απόλυτα?

Μίλησα γι' αυτό σε μία φίλη. Με ξέρει σαν την παλάμη της. Και ήταν ξεκάθαρη.
Δεν μπορώ, τουλάχιστον εγώ, να γράψω γι' αυτό. Στην αρχή με στεναχώρησε, μετά κατάλαβα το γιατί.

Όσο και να πιστεύω τελικά ότι οι άνθρωποι δεν είναι δέντρα. Ότι υπάρχει δηλαδή μια διαρκής αναζήτηση στην ζωή μας, δεν μπορούσα να υπερασπιστώ το ότι δεν έχουμε ρίζες. Και εγώ έχω ρίζες.

Υπέροχα παιδικά χρόνια, στιγματισμένα συνάμα από τραγικά γεγονότα. Και πολλά, πάρα πολλά ματωμένα γόνατα.

Έχω έναν δικό μου τόπο πάνω σε ολόκληρη τη γη. Δεν είναι σπουδαίος, αλλά η καρδιά μου όπου και να ζει, είναι μισή παρατημένη εκεί, να με προσμένει για άλλη μια αντάμωση. Εκεί είναι όλα διαφορετικά. Είναι ολόκληρα.

Έχω γνωρίσει και αγαπήσει ανθρώπους μεγαθήρια, που μου καθόρισαν χαρακτήρα. Και ακόμη και αν δεν είναι κοντά μου, νοερά τους αναζητώ. Και κάποια βράδια πριν κοιμηθώ, παρακαλάω να τους ονειρευτώ. Να ξανά θυμηθώ τις συμβουλές τους, την μεγάλη τους αγκαλιά, να ξανά νιώσω λίγο την αύρα τους. Πόσο ευλογημένη είμαι, που με αγάπησαν και με καθοδήγησαν.

Και έχω αμετακίνητες αξίες. Σαν τεράστια βουνά. Δεν πρόκειται να αλλάξουν ακόμα και αν με προδόσουν όλες. Μία προς μία και βασανιστικά. Κυλάνε στο αίμα μου. Πιστό σκυλί τους αιώνιο εγώ.

Έζησα σε πολλά μέρη, άλλαξα γειτονιές και καλημέρες.
Μα σε όσα μέρη και να περιπλανήθηκα. Σε όσα μέρη και να σκόρπισα τα χρόνια μου. Όσους ανθρώπους κι αν άφησα να με γνωρίσουν, δεν έπαψα ποτέ να είμαι ένα δέντρο.

Και οι καινούριες αρχές ήταν πολλές. Αφού πάντα μου φάνταζαν συναρπαστικές περιπέτειες. Τώρα, ίσως να κουράστηκα λίγο. Μα στη πρώτη ευκαιρία πάλι θα κάνω επανεκκίνηση. Αρχίζει σαν ιδέα, μετά έρχεται ο ενθουσιασμός, καταλήγει σε έρωτα για αυτό που θα κάνω και μετά δεν με σταματάει τίποτα.

Έκανα αναζητήσεις, πειραματίστηκα, περιπλανήθηκα, εγκατέλειψα.

Και πάλι δέντρο νιώθω όμως. Και ίσως αυτό να μην είναι και τόσο κακό.
Μπορώ να ψηλώνω, να ανοίγω κλαδιά. Να έχω τις εποχές μου.
Να λυγώ στον άνεμο για να μη σπάσω. Να χαίρομαι τον ήλιο, την βροχή και την ξαστεριά. Μπορώ να ξεκουράσω περαστικά, ταξιδιάρικα πουλιά.

Μα το χαρακτηριστικό μου αυτό που με ταυτίζει απόλυτα μαζί του είναι ένα. Οι ρίζες.

Μπορεί να με βλέπεις σαν τσιγγάνα να ψάχνω μόνιμα μια πατρίδα που ίσως δεν βρεθεί ποτέ. Μπορεί κάποιες φορές η προσαρμοστικότητα μου στη καινούρια πρόκληση να αγγίζει την τελειότητα.

Μπορεί να μη τις βλέπεις με γυμνό μάτι. Αλλά υπάρχουν. Είναι οι δικές μου ρίζες, που με κάποιο μαγικό τρόπο με ακολουθούν.
Δεν ξεριζώνονται για να με ακολουθήσουν. Απλώνουν κάτω από τα πόδια μου. Τις νιώθω. Και με το καιρό βαθαίνουν και πιο πολύ, ώστε να με κάνουν ολοένα και πιο δυνατή.

             
                 

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Άνθρακας ο χρυσός.


Η σιωπή είναι χρυσός. Προβληματίστηκα πολύ τα τελευταία χρόνια με το κουσούρι μου εκείνο. Ξέρετε ποιο, αυτό που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Βλαστήμησα τις στιγμές εκείνες που ενώ δεν ήθελαν απάντηση, εγώ την έδινα. Την έδινα για να δείξω πόσο έξυπνη είμαι και φυσικά αποδείκνυε πολλές φορές περίτρανα την ηλιθιότητα μου. Όταν λες κάτι πρέπει να ζυγίζεις και τον άλλον. Αν θέλει να το ακούσει η του είναι αδιάφορο.
Πόσες και πόσες φορές δεν διαπληκτίστηκα με φίλες μου που μου εξηγούσαν ότι είναι αρετή να ξέρεις πότε να κλείνεις το γαμώστομα σου. Και δεν λέω για ατάκες που με ρεζίλεψαν. Με αυτές γελάω ακόμα. Μιλάω για την έκθεση. Όταν λες κάτι, περιμένεις μια αντίδραση που θα σε δικαιώσει και αν η αντίδραση δεν είναι η θεμιτή έχεις ανεπανόρθωτα εκτεθεί και εσύ και τα αισθήματα σου και οι απόψεις σου.
Δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να κρατήσω τον χρυσό για την πάρτη μου, αλλά αυτό το αλάφρωμα που νιώθεις όταν τα έχεις πει όλα και τα έχει πάρει πια το ποτάμι, μπορεί να είναι και πλατίνα.

Υπάρχει κάτι οξύμωρο όμως στη σχέση μου με την σιωπή.
Παρ' ότι υπήρξα πολύ λίγες φορές στη ζωή μου σιωπηλή, γοητεύτηκα από ανθρώπους σιωπηλούς. Είναι εκείνη η αίσθηση μυστηρίου που σου αποπνέει εκείνος ο λιγομίλητος τύπος σε μια παρέα. Εκείνος που ακούει μια συζήτηση απόμακρος, ίσως λίγο απαξιωτικά και δεν μιλάει παρά μόνο για να πει μία ατάκα, με εκείνο τον στόμφο που σε πείθει ότι μέσα της κρύβεται η ουσία μιας συζήτησης δύο ωρών. Τι δέος Θεέ μου!!!! Παραμυθιάστηκα πολλά χρόνια με αυτήν την υπέροχη διαφορετικότητα. Και το ακατάκτητο της.

Με εξίταρε τόσο πολύ το ότι ο άλλος δεν έκθετε τον εαυτό του, που συνειρμικά τον ταύτιζα με θησαυρό. Έναν θησαυρό που θα καιγόμουν για να τον ανακαλύψω. Εγώ και μόνο εγώ.
Όλο αυτό έχει άλλη βαρύτητα όταν γίνει χρόνια πραγματικότητα. Επίσης, είναι διαφορετικό όταν συμβαίνει σε μια φιλία και σε έναν έρωτα. Σε έναν τέτοιο έρωτα η αποπλάνηση είναι μοιραία. Είναι κάτι που ο καιρός στο φουντώνει, είναι σαν ένα στοίχημα με τον εαυτό σου.  Όταν θα σου αποκαλυφθεί ένας τέτοιος άνθρωπος, θα είναι το όγδοο θαύμα του κόσμου. Και αυτό δεν θα είναι του αρχαίου, αλλά του σύγχρονου και εννοείται όλο δικό σου.

Και ξαφνικά, πέφτει το πέπλο εκείνο του μυστηρίου και σου αποκαλύπτεται αυτός ο θησαυρός. Εντάξει, κόπιασες αλλά τον βρήκες.
Το κλειδί τελικά δεν ήταν και τόσο καλά κρυμμένο, εσύ δεν το έβλεπες. Το παίρνεις ευλαβικά, ξεκλειδώνεις το συρτάρι και διστακτικά το ανοίγεις. Διστακτικά γιατί στο περιεχόμενο αυτού του συρταριού έχεις επενδύσει πολλά.
Το συρτάρι είναι ανοιχτό, εσύ κάθεσαι και το κοιτάς με έκπληξη. Δεν υπάρχει κάτι να σε βοηθήσει τώρα, ούτε μία δικαιολογία.
Το συρτάρι είναι άδειο.
Πάρε το απόφαση. Το συρτάρι δεν άδειασε τώρα, πάντα ήταν. Ο θησαυρός δεν έκανε φτερά, δεν υπήρξε ποτέ.
Συγκεντρώσου και θυμήσου. Εξαπατήθηκες.

Αυτό νομίζω ήταν μία από τις μεγαλύτερες πλάνες της ζωής μου.
Με τα χρόνια αυτός ο άνθρωπος θα σου πετάξει κάποια ψίχουλα ακριβώς την ώρα που θα βρίσκεσαι σε συναισθηματική απελπισία και θα ψάχνεις το κάτι παραπάνω, ώστε να το καταπιείς αμάσητο. Είναι και αυτό ένα ταλέντο.

Όταν η παρέα θα μιλάει για πολιτικά αυτός θα σιωπήσει. Όταν θα μιλάνε οι άλλοι για αξίες ζωής εκείνος θα βρει την ευκαιρία να πάει προς νερού του. Και τα χρόνια περνάνε και εσύ αναρωτιέσαι τι πάει λάθος σε αυτόν τον τύπο. Ούτε τι ψηφίζει δεν ξέρεις, την άποψη του δηλαδή για τις παραμέτρους που θα πρέπει να χαρακτηρίζουν την κοινωνία στην οποία θα ήθελε να ανήκει.
Αυτός ο τύπος πάσχει και από χαμαιλεοντισμό (αν υπάρχει τέτοια λέξη η την επινόησα μόλις τώρα), ανάλογα την παρέα αλλάζει και την στάση ζωής του για να είναι αρεστός στους υπολοίπους που εκφράζουν το κατιτίς τους. Εσύ το ονόμασες έξυπνη προσαρμοστικότητα.

Δεν είναι πως δεν έλεγε την άποψη του από θέση, είναι ότι δεν είχε άποψη, ούτε θέση. Αυτού του τύπου οι άνθρωποι δρούνε από ένστικτο επιβίωσης. Και μόνο. Δεν υπάρχει καμιά φιλοσοφία πίσω από αυτό, καμία στάση ζωής. Συνήθως συμπεριφέρονται σαν καθρέπτες. Αν την δεδομένη στιγμή κάποιος απέναντί τους, τους δείχνει το καλό, θα το μιμηθούν γιατί αυτό θα τους εξυπηρετήσει. Μπορώ να δώσω δεκάδες χαρακτηριστικά σε έναν τέτοιο άνθρωπο μα ο τυχοδιωκτισμός περικλείει τα περισσότερα και γεννάει τα υπόλοιπα.

Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε πώς άλλαξε κάποιος? Η ζοφερή αλήθεια όμως είναι ότι δεν άλλαξε ποτέ, γιατί απλά ποτέ δεν ήταν κάτι. Λειτουργούσε σαν καθρέπτης και αντανακλούσε εσένα. Και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα σε πουλήσει μόλις βρει κάτι βολικότερο, που θα τον εξυπηρετεί στην εκάστοτε περίσταση. Μνήμη δεν έχει, το υπογράφω. Και όταν δεν είπε κάτι ήταν γιατί απλά δεν είχε κάτι να πει. Η συμπεριφορά του, η ζωή του και οι επιλογές του είναι πάντα σε άμεση συνάρτηση με τους ανθρώπους που έρχεται σε επαφή. Το κακό, κακό θα φέρνει και το καλό σίγουρα όχι κάτι καλύτερο.

Τώρα η επιμονή μου να εξιδανικεύω καταστάσεις με εγκατέλειψε, για να πάρει τη θέση της η ανάγκη μου να κατανοήσω γιατί αντιλήφθηκα τόσο αργά, πόσοι τέτοιοι κυκλοφορούν εκεί έξω.
Τώρα μπορώ να κυλιστώ στο πάτωμα και να γελάσω υστερικά για τις φορές που νόμιζα πως είχα επιρροή πάνω τους γιατί τάχα με εκτιμούσαν. Κουμάντο έκανα. Μόνο αυτό.

Δεν αποπλανήθηκα, παραπλανήθηκα. Άτιμε έρωτα. Αχόρταγε για το τίποτα.


            




Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Πότε αρχίζει και τελειώνει κάτι


Πότε αρχίζει και τελειώνει κάτι?
Κατάλαβες την άρχη, για να καταλάβεις και το τέλος, άλλωστε? Δικά σου είναι όλα.
Η αρχή σου και το τέλος σου. Ποτέ δεν είσαι άμοιρος στις ευθύνες σου. Εσύ κινείς τα νήματα. Εσύ έχεις το γκάζι και το φρένο. Έτσι νομίζεις. Μα η ζωή δεν είναι αυτοκίνητο. Και αυτοκίνητο να ήτανε μια ζημιά θα στην έβγαζε ξαφνικά.

Πόσα έχεις τελειώσει, για να τα ξαναρχίσεις αμέσως μετά. Πόσα όχι τα διαδέχτηκε ένα ναι. Ποιος θα σε αλλάξει, αν όχι εσύ ο ίδιος.
Ψυχραιμία θέλει. Δεν γίνεται να έχεις τον έλεγχο των πραγμάτων πάντα. Άσε και κάτι στην τύχη του.
Αυτή η εμμονή σου ότι ελέγχεις την ζωή σου, ότι την έχεις τακτοποιημένη σε κουτάκια με ταμπελίτσες και καλλιγραφικά γράμματα. Αφέσου να κάνεις λάθη. Αυτό είναι που σε καίει. Τα λάθη. Όμως στην προσπάθεια σου να μην τα κάνεις, κάνεις άλλα χειρότερα.
Βγες έξω στον ήλιο και κοιταξέ τον κατάματα. Δώσε μια υπόσχεση στον εαυτό σου και χάιδεψε τον λίγο. Δώσε μια υπόσχεση σαν αυτήν που έδωσες χθες το βράδυ σε μία φίλη σου, αύριο θα ξημερώσει μία καινούρια ζωή. Αποφάσισε πως και το πρόβλημα και η λύση είσαι εσύ. Δεν έχει νόημα να κάνεις μακροπρόθεσμα σχέδια, ένα βήμα την φορά αρκεί.

Αν θέλεις να ουρλιάξεις, ούρλιαξε και μη δίνεις δεκάρα για το ποιος θα σε ακούσει. Αν θέλεις να χαιδέψεις τα μαλλιά του κάντο. Αν το δεχτεί εντάξει, αν όχι δεν σημαίνει πως ήτανε λάθος. Δεν θα αναρωτιέσαι ποτέ όμως, για τα αν και τα μήπως.
Και επιτέλους σταμάτα να σκέφτεσαι. Θα έρθει το γραμμένο θες δεν θες. Προσπαθώντας να προλάβεις το κακό στο αύριο, χάνεις το καλό στο τώρα. Και να θυμάσαι, δεν υπάρχει για όλα μία εξήγηση. Και αναρωτήσου είσαι σίγουρη ότι την θες?